Canberra ACT

Aκούγεται λίγο σαν συνταγματικός όρος, σαν πράξη νομοθετικού περιεχομένου, κάτι σαν εντολή κινηματογραφικής λήψης και θεατρικής πράξης, σαν κάτι που εμπεριέχει δράση, ενέργεια.

Πρόκειται βέβαια για την πρωτεύουσα της Αυστραλίας που βρίσκεται στο Διοικητικό διαμέρισμα της Επικράτειας της Αυστραλιανής Πρωτεύουσας (Australian Capital Territory), ένα θύλακα μέσα στο σώμα της Νέας Νότιας Ουαλίας, δυτικά από την Μεγάλη Διαχωριστική Οροσειρά που αναπτύσσεται, με χαμηλό σχετικά ύψος, κατά μήκος ολόκληρης σχεδόν της ανατολικής πλευράς της Αυστραλίας.

Οδικά, ακολουθώντας τον Ομοσπονδιακό Αυτοκινητόδρομο (Federal Highway) για 310 περίπου χιλιόμετρα, το ταξίδι από το Sydney στην Canberra, διαρκεί περίπου τρεις ώρες.

Η πρώτη μας αυτή μετακίνηση, στάθηκε η αφορμή για να συνειδητοποιήσουμε την κλίμακα, αλλά και την πυκνότητα δόμησης και πληθυσμού, αυτής της χώρας. Μετά από τον χρόνο των πέντε περίπου ωρών, που αντιλαμβάνεσαι οτι απαιτείται για να την διασχίσεις εναέρια, εδώ έχεις πιο χειροπιαστά μέτρα σύγκρισης. Αφού απομακρυνθήκαμε πλέον από τον ευρύτερο χώρο του Sydney,  για τα περίπου 270 επόμενα χιλιόμετρα, κινηθήκαμε χωρίς να διασχίσουμε κάποιο χωριό, ή να συναντήσουμε κατοικίες ή άλλες εγκαταστάσεις, εμφανείς τουλάχιστον από τον δρόμο. Μόνο δύο σημεία στάθμευσης και εξυπηρέτησης αυτοκινητιστών, με πρατήρια υγρών καυσίμων και χώρους εστίασης. Όλη η διαδρομή, με την ελάχιστη ή, αραιά και που την μέτρια, κίνηση αυτοκινήτων, περνάει μέσα από συνεχές δάσος ευκαλύπτων και, στα κάποια κενά του, μέσα από την bushland, μια μορφή στέπας με ελάχιστα δένδρα και κάποιους θάμνους. Και τα δύο χαρακτηριστικά τοπεία της Αυστραλίας.

Στην είσοδο της Canberra, ο ομοσπονδιακός αυτοκινητόδρομος μεταλλάσεται στην φαρδειά λεωφόρο Northbourne, με μεγάλη κεντρική νησίδα,

διασχίζει το κέντρο, μετονομάζεται και πάλι σε λεωφόρο Κοινοπολιτείας (Commonwealth Avenue), περνάει με την κεντρική γέφυρα πάνω από την λίμνη και απολήγει στον Capital Circle, κυκλικό δρόμο γύρω από τον Πρωτεύοντα Λόφο (Capital Hill), ομφαλό της Canberra, χαράζοντας κατά τον τρόπο αυτό ένα κεντρικό γραμμικό άξονα που εμβολίζει την πόλη. Στον λόφο αυτόν βρίσκεται το νέο κτίριο του Κοινοβουλίου, πάνω στο οποίο δεσπόζει ο τεράστιος ιστός με την Αυστραλιανή σημαία, σημείο αναφοράς της πόλης και ορατός σχεδόν από κάθε σημείο της.

Η πόλη, σχεδιάστηκε για να γίνει η έδρα της πρωτεύουσας της ομοσπονδίας, μετά από την κοινή συμφωνία των μέχρι τότε διαπληκτιζόμενων, για το θέμα αυτό, πόλεων της Melbourne και του Sydney. Αποτελεί το διοικητικό κέντρο της χώρας, όπου βρίσκονται εγκατεστημένες όλες οι κεντρικές δημόσιες υπηρεσίες και το σύνολο των ξένων πρεσβειών. Στην περιοχή Yarralumla, μια περιοχή όπου βρίσκονται εγκατεστημένες  οι περισσότερες Πρεσβείες, συγκαταλέγεται και το  επιβλητικό, λιτό συγκρότημα της κατοικίας και των γραφείων της δική μας.

     

Στα δημόσια κτίρια περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η Εθνική Πινακοθήκη, η Εθνική Πινακοθήκη Πορτραίτων, το Εθνικό Μουσείο, το Μουσείο του Κοινοβουλίου, το Παλαιό και το Νέο Κοινοβούλιο, το Αυστραλιανό Πολεμικό Μνημείο, η Εθνική Βιβλιοθήκη, το Εθνικό Κέντρο Επίστήμης και Τεχνολογίας. Στα υπόλοιπα αξιοθέατα συγκαταλέγονται οι Εθνικοί Βοτανικοί Κήποι της Αυστραλίας, ο Εθνικός Ζωολογικός Κήπος και το Ενυδρείο και βέβαια, η ίδια η τεχνητή λίμνη Burley Griffin, από το όνομα του σχεδιαστή της πόλης.

Ο μικρός πληθυσμός της, περίπου 350.000 άνθρωποι, απαρτίζεται κυρίως από δημοσίους και κρατικούς υπαλλήλους, μέλη διπλωματικών και προξενικών αποστολών και βέβαια όλους τους απσχολούμενους στα υπόλοιπα επαγγέλματα υποστήριξης της διοίκησης και της λειτουργίας της πόλης. Το κέντρο της πόλης, το Civic, ακόμα και σε ώρα αιχμής, συνεχίζει να παραμένει απλόχωρο και ήσυχο. Εδώ η κυκλοφορία των αυτοκινήτων  πυκνώνει ανεπαίσθητα, για να αραιώσει και πάλι, αμέσως μετά.

     

Η δημόσια συγκοινωνία εξυπηρετείται μόνο με αραιές λωφορειακές γραμμές και ταξί, καθώς δεν υπάρχουν επίγεια ή υπόγεια μέσα σταθερής τροχιάς.

Η χάραξη των δρόμων είναι απολύτως ξένη προς το Ιπποδάμειο σύστημα και περιλαμβάνει πάρα πολλές καμπύλες διαδρομές. Το αστικό τοπείο διαφοροποιείται πλήρως από αυτό που λίγο πολύ συναντούμε στην Ευρώπη. Η πολύ μεγάλη άνεση των εκτάσεων, οι φαρδείς δρόμοι με τις αλέες και τα φαρδιά πεζοδρόμια, οι απαλές εξάρσεις του εδάφους, τα πάρκα που εισχωρούν παντού στην πόλη, η λίμνη μέσα στον κορμό της, η χαμηλή ως επί το πλείστον δόμηση, κυρίως μονόροφα και διώροφα κτίρια, που περιβάλεται από κήπους, με μικρή εξαίρεση το Civic, το εμπορικό κέντρο της, με τα μέτριου ύψους πολυόροφα κτίρια και τέλος τα δάση ευκαλύπτων που αναπτύσσονται τριγύρω, αμβλύνουν την έννοια του αστικού χώρου που διαλύεται και διαχαίεται μέσα στην φύση. Αυτό γίνεται ακόμα πιο καλά αντιληπτό, από την εικόνα που παρουσιάζει η πόλη όταν την δει κανείς από το ύψος του πύργου της Τηλεόρασης.

             

Η αίσθηση αυτή, της συνύπαρξης με την φύση, εντείνεται και από τα πανταχού παρόντα ποικιλόχρωμα, μικρά και μεγάλα πουλιά.

     

Ανάμεσα τους και τα Cockatoos, λευκά πουλιά, μεγέθους κότας με, κίτρινο λοφίο και κεφάλι σαν παπαγάλου, που πετούν στα δένδρα μεμονωμένα ή και σε ομάδες, κράζοντας δυνατά την χαρακτηριστική κραυγή τους, από την οποία προήλθε προφανώς και τ’ όνομα τους. Τα ίδια δεν διστάζουν να κόψουν, μπροστά σου, από την βάση τους τα λουλούδια από τις γλάστρες σου, να φάνε όσο θέλουν, κρατώντας τα με το ένα πόδι τους και στην συνέχεια να φτύσουν επιδεικτικά, οτι δεν τους αρέσει.

     

Είναι επίσης πολύ πιθανό, σε κάποια βόλτα πλάι στην λίμνη, να συναντήσει κανείς τυχαία ομάδες καγκουρώ, που γυρίζουν ελεύθερα, τρώνε, λιάζονται και παίζουν στα άφθονα πάρκα, ή, κάπως σπανιότερα και κάποια άλλα μικρότερα ζώα, όπως κοάλα και πόσουμ, ακόμα και μέσα στους κήπους των κατοικιών.

     

Φίδια και αράχνες, μεταξύ τους και κάποια δηλητηριώδη είδη, δεν λείπουν επίσης από την περιοχή, γι’ αυτό χρειάζεται και κάποια προσοχή στις βόλτες, ειδικά μέσα από χόρτα.

Η εποχή που βρεθήκαμε στην Canberra, μας χάρισε τα πιο ζεστά γήινα χρώματα του φθινοπώρου, σπαρμένα παντού μέσα στην πόλη. Αυτό, σε συνδυασμό με τον ηλιόλουστο ως επί το πλείστον καιρό, διατήρησε στα ύψη την καλή μας διάθεση. Το περπάτημα κάτω από τις κόκκινες, καφέ και κίτρινες φυλλωσιές, των δένδρων, που σκέπαζαν τελείως κάποιους δρόμους και το συνακόλουθο ξεσήκωμα με τα πόδια των πολύχρωμων χαλιών, στα στρωμένα από φύλλα πεζοδρόμια, ήταν μια απόλαυση και μας έφερνε πολύ γρήγορα στην όχθη της ήσυχης λίμνης. Εκεί που κολυμπούσαν ανέμελα μαύροι κύκνοι και σηκώνονταν, πετώντας, μικρά σμήνη πουλιών.

             

Με δική μας επιλογή, για να μη επιβαρύνουμε και το ήδη βεβαρυμένο επίσημο πρόγραμμα των οικοδεσποτών μας, οι επισκέψεις μας περιορίστηκαν στον χώρο του Αυστραλιανού Πολεμικού Μνημείου, στην Εθνική Πινακοθήκη και το Εθνικό Μουσείο. Και βέβαια πολλές βόλτες στην περιοχή και πλάϊ στην λίμνη.

Το Australian War Memorial, βρίσκεται στο άκρο ενός τεράστιου σε μήκος και πλάτος γραμμικού άξονα που εκτείνεται οπτικά πάνω από την λίμνη για να καταλήξει, στο άλλο άκρο του, στο παλαιό και, στην νοητή συνέχεια του, στο νέο κτίριο του Κοινοβουλίου.

 

Το μνημείο είναι το κέντρο του επίσημου εορτασμού της  ANZAC Day (ημέρας του Αυστραλιανού και Νεο Ζηλανδικού Στρατιωτικού Σώματος – Australian New Zealand Army Corpse – που πολέμησε στην Καλλίπολη), Εθνικής Εορτής που εορτάζεται στις 25 Απριλίου, με επίσημη, μεταξύ των άλλων,  στρατιωτική παρέλαση μπροστά από τον χώρο του μνημείου. Κατά μήκος των δύο πλευρών της Λεωφόρου ANZAC Parade, που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μήκος αυτού του άξονα, βρίσκονται διάφορα άλλα μνημεία πεσόντων Αυστραλών και Νεοζηλανδών σε άλλα κράτη, μεταξύ των οποίων και το Αυστραλοελληνικό μνημείο.

 

Το ίδιο το κτίριο του μνημείου, φορτίζεται με κάτι από τον επιβλητικό σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Διατάσσεται συμμετρικά γύρω από μία γραμμική αυλή, όπου κεντρικά κυριαρχεί μια νησίδα νερού, που μέσα της ανάβει συνέχεια μία άσβεστη φλόγα  και καταλήγει σε ένα θολωτό, κλειστό χώρο. Οι πιο εντυπωσιακοί και συνάμμα συγκινητικοί χώροι του, ήταν οι δύο υπόστηλες στοές κατά μήκος της κεντρικής αυλής. Οι τοίχοι τους είναι επενδεδυμένες με πλάκες μαύρου γρανίτη, με χαραγμένα τα ονόματα των πεσόντων Αυστραλών στρατιωτών. Στους αρμούς, ανάμεσα στις πλάκες, υπήρχαν σφηνωμένα μικρά κόκκινα άνθη.

     

Η Εθνική Πινακοθήκη, που στεγάζεται σε ένα σύγχρονο κτίριο, περιλαμβάνει αξιόλογες συλλογές πινάκων και έργων τέχνης διαφόρων εποχών και τεχνοτροπιών από όλο τον κόσμο. Εντυπωσιακές είναι οι συλλογές από Ινδία, Κίνα, Ιαπωνία, Ινδονησία, Νησιά Σολωμόντα. Σε ανεξάρτητο χώρο, μεγάλο μέρος καταλαμβάνει η συλλογή έργων τέχνης των Aborigines της Αυστραλίας.

     

Το κτίριο του Εθνικού Μουσείου, βρίσκεται πάνω στην βόρρεια ακτή της λίμνης και είναι μία εντυπωσιακή, εξαιρετικά μοντέρνα κατασκευή. Τα εκθέματα του ωστόσο δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέραν της κατάδειξης της χώρας, του έθνους και των ανθρώπων της Αυστραλίας, μέσα από μια  Αυστραλέζικη ματιά.

     

Το ελληνικό στοιχείο αποτελεί σημαντικό παράγοντα της οικονομικής ζωής της πόλης, όπως άλλωστε κι ολόκληρης της χώρας. Είχαμε την τύχη να συναντήσουμε ένα αξιολάτρευτο ζευγάρι Ελλήνων της Αυστραλίας, εγκατεστημένων εκεί από την δεκαετία του 1950, με πλούσια δραστηριότητα και προσφορά στην Ελληνική παροικία και στην πόλη. Με το ζευγάρι αυτό βρεθήκαμε μαζί πολλές φορές, προσκεκλημένοι τους σε διάφορα σημεία κι εκδηλώσεις της περιοχής. Σε δείπνο στο Hellenic Club, μία από τις μεγαλύτερες ελληνικές λέσχες παγκοσμίως, σε εστιατόριο ελληνικής οικογένειας μέσα στους αμπελώνες τους στην περιοχή της, άνυδρης σχεδόν, λίμνης George,

 

στο Cockington Green Gardens, με μινιατούρες σπιτιών αναπαράστασης της Αγγλικής υπαίθρου και μινιατούρες μνημείων από διάφορες χώρες του κόσμου,

 

σε οικογενειακό τους σπίτι, σε ζεστή, οικογενειακή ατμόσφαιρα, για την μαγειρίτσα του Μεγάλου Σαββάτου, σ ‘ ένα από τα πάρκα της λίμνης, στο οικογενειακό υπαίθριο γλέντι με το σουβλιστό αρνί του Πάσχα, σε ξενάγηση στον πύργο της τηλεόρασης και στο Εθνικό Μουσείο. Το μόνο που στάθηκε δυνατόν να τους προσφέρουμε εμείς σε ανταπόδοση, ήταν η πρόσκληση μας σε δείπνο, στην ελληνική ταβέρνα »Ο Stratos».

Την Μεγάλη Εβδομάδα βρεθήκαμε δυό φορές στην ελληνική ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Δημητρίου στο Queanbeyan, μικρή πόλη στα περίχωρα της Canberra, που δεν υπάγεται όμως στην ACT, αλλά στην Νέα Νότια Ουαλία. Την Μεγάλη Τετάρτη, μετά την λειτουργία του Ευχέλαιου, επισκεφτήκαμε το παρακείμενο ενοριακό κτίριο που μας επεφύλασσε μια έκπληξη. Μοσχοβόλαγε μεθυστικά ολόκληρο, από τα φρεσκοψημένα πατροπαράδοτα τσουρέκια, που οι κυρίες της φιλόπτωχης αδελφότητας έψηναν από τα χαράματα, για να τα διαθέσουν στο κοινό. Από εκεί αγοράσμε τα λαχταριστά τσουρέκια και τα έτοιμα βαμμένα αυγά για την Ανάσταση. Την Μεγάλη Παρασκευή παρακολουθήσαμε, εκεί και πάλι, την λειτουργία  και ύστερα την κατανυκτική περιφορά του Επιταφείου, στον αυλόγυρο, γύρω από την εκκλησία.

 

Το Μεγάλο Σάββατο το βράδυ, παραβρεθήκαμε για την λειτουργία της Ανάστασης, μέσα στον κατάμεστο ελληνοορθόδοξο Ναό του Αγίου Νικολάου, στn περιοχή Kingston της  Canberra. Το Χριστός Ανέστη στο ύπαιθρο, μέσα σε πλήθος κόσμου έξω από την εκκλησία, βοηθούντος και του καιρού,  συνοδεύτηκε από χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες αλλά και από κάποια παραδοσιακά βαρελότα, απαγορευμένα παρ’ όλα αυτά στην περιοχή.

Οι άνθρωποι ευγενέστατοι και φιλικοί παντού. Στον δρόμο, στα εμπορικά κέντρα, στα καταστήματα τροφίμων, στο ταχυδρομείο, στο φαρμακείο, στο καθαριστήριο, στα καφέ στα εστιατόρια, στα μουσεία. Περιδιαβάζοντας κάποια φορά στο κέντρο, το Civic, χαζεύοντας τις βιτρίνες,  επειδή απλώς και μόνο κρατούσαμε ένα χάρτη στο χέρι, μας σταμάτησε κάποιος περαστικός για να μας ρωτήσει αν χρειαζόμαστε κάποια βοήθεια. Κάποια άλλη στιγμή που χρειάστηκε να αλλάξουμε χρήματα, αμέσως μόλις μπήκαμε στην Τράπεζα ένας υπάλληλος μας ρώτησε ευγενικά τι θέλουμε να κάνουμε και μας υπέδειξε να καθήσουμε σε αναπαυτικές  πολυθρόνες, μέχρι να ελευθερωθεί κάποια από τις, όλες σε λειτουργία, θυρίδες. Μόνο τότε αντιληφθήκαμε οτι είχαμε εισβάλει στην Τράπεζα, χωρίς διπλές ελεγχόμενες πόρτες, φύλακες και όπλα! Απλώς ανοίγοντας την εξωτερική τζαμόπορτα.

Η Canberra, στο εσωτερικό της χώρας και κάπως απομακρυσμένη από την πυκνοκατοικημένη (για τα μέτρα της Αυστραλίας) ζώνη της νοτιοδυτικής ακτής, δεν αποτελεί ιδιαίτερα ελκυστικό τουριστικό προορισμό, ει μη μόνο, ίσως, για τους ίδιους τους Αυστραλούς, που ενδιαφέρονται να γνωρίσουν την πρωτεύουσα τους. Για τα μέτρα της χώρας, είναι μια μικρή κωμόπολη απομονωμένη από τις δύο πλησιέστερες μεγαλουπόλεις, το Sydney και την Melbourne. Το οτι αποτελεί το διοικητικό κέντρο της χώρας δεν συνεπάγεται οτι παρουσιάζει και το αντίστοιχο εμπορικό και οικονομικό διεθνές ενδιαφέρον. Γι αυτό άλλωστε και το αεροδρόμιο της, θυμίζει λίγο πολύ μικρό επαρχιακό.

Έτσι, κατά την αναχώρηση μας για τον δρόμο της επιστροφής, σε μία πτήση πενήντα περίπου λεπτών από το αεροδρόμιο της Canberra προς το τεράστιο διεθνές αεροδρόμιο του Sydney, η μεταφορά μας έγινε με ένα μικρό ελικοφόρο αεροπλάνο. Για να ολοκληρωθεί αργότερα η αντίθεση, με την επιβίβαση μας σε ένα από τα νεότευκτα αεροσκάφη τύπου Airbus A380 των πεντακοσίων περίπου επιβατών και του εικοσιτριαμελούς πληρώματος.

Φ.Λ.

κι ακόμα 3912 μίλια

Από το Singapore Changi Airport στο Sydney Kingsford Smith Airport, μετά από 3.912 μίλια και οκτώ περίπου ώρες πτήση. Με την υπ’ αριθμόν SQ 0211 πτήση της Singapore Airlines και πάλι, της μοναδικής ωστόσο φαντάζομαι αεροπορικής εταιρείας στον κόσμο, που δεν είναι εφικτό να εκτελέσει εσωτερικές πτήσεις.

Τυπικές διατυπώσεις άφιξης. Συμπλήρωση της κάρτας εισερχόμενου επισκέπτη, έλεγχος των διαβατηρίων και της βίζας e-visitor και παραλαβή των αποσκευών.

Στο τελωνείο μας ζητούν να κατεβάσουμε δυο μικρότερες τσάντες και την τσάντα με την φωτογραφική μηχανή, να τις αφήσουμε στο πάτωμα πλάι στο καρότσι και να σταθούμε λίγο πιο πίσω. Και τότε εμφανίζεται μια μεγαλόσωμη ένστολη κυρία με ένα μικρόσωμο, τρισχαριτωμένο και ζωηρό σκυλάκι που αρχίζει να μυρίζει όλες τις αποσκευές μας. Διαβάζοντας την πρώτη μας σκέψη να σκύψουμε και να το χαϊδέψουμε, ο υπάλληλος του τελωνείου μας ενημερώνει, με αγγλοσαξονική ηρεμία, οτι ναι μεν είναι χαριτωμένο, πλην όμως και πολύ άγριο.

Κι έτσι τελειώνουν οι διαδικασίες εισόδου στην χώρα των Aborigines και των πάλαι ποτέ καταδίκων. Την ήπειρο της Αυστραλίας.

Welcome !

Φ.Λ.