ανάσα άνοιξης στο τέλος του καλοκαιριού

Μέρες καλοκαιριού και καθημερινές, ανέμελες συναντήσεις με τους φίλους και τους εποχικούς γείτονες στην παραλία.

Πρόσωπα που έχουν γίνει πια γνωστά και οικεία. Που τα αναζητάς τριγύρω κι αναρωτιέσαι αν θα δοθεί η ευκαιρία να συναντηθείτε κι αυτή την χρονιά στην παραλία »μας» .

Και τόσα παιδιά.

Που, χρόνο τον χρόνο, από βρέφη γίνονται μωρά, βρίσκουν σιγά σιγά τον ευατό τους, παρατάνε τα χέρια των γονιών, τα σωσίβια και την άκρη της παραλίας και ξανοίγονται πιο βαθειά, με τις δικές τους δυνάμεις. Παιδιά που τα παρακολουθώ να παίζουν, να τσακώνονται, να ζηλεύει το ένα το άλλο, να προσπαθούν να αυτοπροβληθούν, να φωνάζουν και να διεκδικούν την προσοχή. Κι ύστερα να φιλιώνουν και πάλι, να αποσύρονται και αργότερα να ξαναβρίσκονται για το επόμενο παιχνίδι.

Τα χρόνια περνούν και παρ’ όλα αυτά εμείς θέλουμε να »μένουμε παιδιά». Δεν είναι εύκολο να κατανοήσουμε ή να αποδεχτούμε τις δικές μας αλλαγές. Γι αυτό και κάποιοι παραμένουμε φίλοι μαζί τους, ως ότου σιγά σιγά, ανακαλύπτοντας κι αυτά τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους απομακρυνθούν από μόνα τους και, με καταλύτη την εφηβία, προσανατολιστούν κι αυτά προς τις προσωπικές επιλογές, παρέες και προτιμήσεις τους.

Κι έτσι, ανέμελα κυλούν αυτές οι καλοκαιριάτικες μέρες.

Μέχρι που κάποτε πλησιάζει το τέλος των διακοπών κι αρχίζουν οι αναχωρήσεις για την επιστροφή στην ρουτίνα του χειμώνα ή ίσως ακόμα και για την επίσκεψη σε άλλα μέρη. Με ευχές κι υποσχέσεις για νέες συναντήσεις το επόμενο καλοκαίρι. Μαζί με κάποιο σφίξιμο για αυτό που τελειώνει, γι αυτό που αλλάζει, για τον αποχωρισμό.

Έτσι κι εφέτος.

Την βραδιά πριν από την μέρα της αναχώρησης, την ώρα που αποχαιρετώ κάποιες από τις οικογένειες, τα παιδιά τους, που σαν ηλικία είναι »εγγόνια» μου, με ξαφνιάζουν αναπάντεχα, με μια κίνηση φρεσκάδας, ζεστασιάς ψυχής και ζωής. Με παρακαλούν, πριν φύγω από κοντά τους, να μείνω για λίγο ακόμα »αλλά να μην κοιτάζω». Και αμέσως μετά, με αιφνιδιάζουν, καθώς με πρόσωπα γεμάτα χαμόγελο, με μάτια που γυαλίζουν από φρεσκάδα, αδημονία, ζωντάνια και ιδιαίτερη ζεστασιά περιμένουν να δουν την αντίδραση μου την στιγμή που μου δίνουν στα χέρια αυτά :

εσωτερικόποίημα

 

Σημειώματα αποχαιρετισμού που δεν περιμένω από παιδιά της ηλικίας τους. Παιδιά με τα οποία, κατά κύριο λόγο, συναντιώμαστε και μιλάμε στην παραλία. Και θαυμάζω τις αμόλυντες παιδικές ψυχές, που τα σπρώχνει να εξωτερικεύσουν το συναίσθημα της στιγμής με αυτό τον τρόπο.

Γι αυτό κι ευχαριστώ από εδώ με όλη μου την καρδιά αυτούς τους μικρούς μου φίλους, που κατάφεραν με τόσο απλά μέσα να φορτίσουν τον συγκινησιακό μου κόσμο : την Μέλανυ, τον Στέργιο, την Λούσυ και τον Μάριο.

Φώτης Λαμπρινός

 

 

στιγμές καλοκαιριού

Αυγή της μέρας.

Καθισμένος κάτω από τα κλαδιά του μεγάλου πεύκου. Αυτού που πριν από χρόνια φυτεύτηκε σαν ένα μικρό βλαστάρι.

Μέσα στην πρωινή ηρεμία και τις πρώτες ηλιαχτίδες της ανατολής να φιλτράρονται από τις πυκνές πευκοβελόνες. Κρατώντας τον μυρωδάτο πρωινό καφέ στο χέρι κι αφήνοντας την δροσιά να μ’ αγκαλιάζει.

Ανασαίνοντας αυτό το απαλό χαρμάνι από τις μυρωδιές του πεύκου, της ελιάς, των σκίνων, της πικροδάφνης, των θάμνων της βελανιδιάς. Έχοντας στα αυτιά μου το σιγανό θρόϊσμα του νερού, καθώς ποτίζει τα μυρωδικά φυτά κοντά μου. Βασιλικό, μέντα, ρίγανη, δυόσμο, θρούμπι, δεντρολίβανο. Με μια σφήκα να ζουζουνίζει τριγύρω μου. Με τα πρώτα, απαλά πρωινά τιτιβίσματα των πουλιών, πολύ πριν ακόμα πιάσουν δουλειά τα τζιτζίκια. Τους απόμακρους ήχους της μηχανής του καϊκιού που περνάει κάπου μακριά στην θάλασσα. Τις δυο γάτες που επέλεξαν να συγκατοικήσουμε. Και που τώρα, καθώς χαϊδεύονται, μπερδεύονται στα πόδια μου. Κι ύστερα, χορτάτες κι ευτυχισμένες από την ανθρώπινη παρουσία μας, παίζουν ασταμάτητα με την αιώρα, νιαουρίζουν προκλητικά η μία στην άλλη, κυνηγιούνται μεταξύ τους, κουτρουβαλούν παλεύοντας στο χώμα, σκαρφαλώνουν με υπερδιέγερση στα δέντρα κι ύστερα χάνονται, τρέχοντας μ’ απίστευτη ταχύτητα μακρυά. Για να βρεθούν αργότερα, ξαπλωμένες, τεντωμένες κι ανάσκελα στις πολυθρόνες και τα μαξιλάρια της πεζούλας, παραδομένες σε μια υπέρμετρη καλοκαιρινή ραστώνη.

Κι η μόνη επαφή μου με την τεχνολογία, αυτό το πληκτρολόγιο κι η οθόνη μπροστά μου.

Πολύ πρίν πυκνώσουν σιγά σιγά οι ανθρώπινες ομιλίες και οι δραστηριότητες τριγύρω.

Μακριά, αυτές τις στιγμές, από οτιδήποτε άλλο. Κουρνιασμένος για λίγο μέσα στην φύση. Με το μυαλό να τρέχει ελεύθερο σε γαλήνιες σκέψεις. Απολαμβάνοντας αυτά τα λιγοστά γύρω μας, που μπορούν και μας αγαλιάζουν.

Μιας και πάντα βρίσκονται τέτοιες στιγμές, που ολιγαρκείς, ξαναβαπτιζόμαστε σ’ αυτή την απλότητα και την χαρά της ζωής.

Φώτης Λαμπρινός