η μεγάλη πράσινη

IMG_1183

Μέρες ηλιόλουστες, διάσπαρτες μέσα στο πέρασμα του χειμώνα. Σκόρπιες σε διάφορες στάσεις και προορισμούς.

Με την θάλασσα και τις δικές της διαθέσεις, στο πλάι.  Γαλήνια ή αγριεμένη.  Καθρεφτίζει, αγριεύει, υψώνεται, ορμάει, υποχωρεί, αλλάζει χρώματα, λαμπυρίζει, βρυχάται, σιγοψιθυρίζει. Ανεξάρτητα από εποχές.

Εικόνες :

Νέφη τυλίγουν κορφές βουνών στον ορίζοντα της, απόνερα βροχών δημιουργούν μικρές λίμνες στην αμμουδιά της. Καλύβες γεμάτες ήχους και ζωή το καλοκαίρι έρημες τώρα στην ακρογιαλιά. Γρασίδι, που άλλη εποχή λιάζονται πάνω του ηλιοψημένα κορμιά, παραδομένο τώρα στην αμέριμνη βοσκή. Όγκοι νερού ορμάνε πάνω στον προβλήτα, υψώνονται απειλητικά και ξεχύνονται σαν καταρράκτης από την άλλη πλευρά. Αφρισμένα κύματα ανταριάζουν την επιφάνεια της και καταλαγιάζουν, χορεύοντας στην ακτή. Η βάρκα, τα σύννεφα, τα βουνά, τα σπίτια καθρεφτίζονται στο ακύμαντο νερό. Γλάροι απολαμβάνουν την γαλήνη σκαρφαλωμένοι στην σημαδούρα.

Μέρη :

Μηχανιώνα, Όλυμπος, Επανωμή, Καμένα Βούρλα, Μπαξές, Στυλίδα, Όθρυς…

Σε μια τυχαία επιλογή.

Ριπές αέρα, σταγονίδια, ψεκασμός, μυρωδιά αλατιού. Ήχοι αντάρας, απαλός παφλασμός. Ήλιος, ρυτίδες νεφών και νερών, κατοπτρισμοί, αντιφεγγίσματα, θαμπώματα, ανοικτός ορίζοντας. Ξεσήκωμα, ηρεμία, γαλήνη.

Όλα αυτά να συνθέτουν μια μικρή φυγή ανάπαυλας κι ευφροσύνης, αναγκαία φρονώ για όλους, αυτές τις περίεργα κακοτράχαλες μέρες που ζούμε.

Ποικίλα ερεθίσματα, που φέρνουν στον νου μου και την »Μεγάλη Πράσινη».

Της Ευγενίας Φακίνου.

 

Φώτης Λαμπρινός

 

πλέοντας Λήμνο, Αη Στράτη, Κυρά Παναγιά.

Μέρες ήσυχες, γαληνεμένες.

Κι η θάλασσα, πάντα δυνατή κι απρόβλεπτη, να σε κρατά στα χέρια της και τούτη την φορά να σε μαγεύει.

Με τα απαλά λικνίσματα στα απάνεμα λιμανάκια, το φεγγάρι να σεργιανάει πάνω στο κορμί της κι ανάμεσα στα ξάρτια, την αρμύρα και την μυρωδιά της, τον ήχο της από το απαλό χάιδεμα των βράχων και της αμμουδιάς. Κι  ο ψίθυρος της μέσα σ’ αυτή την απόλυτη ησυχία. Η αίσθηση οτι δεν είσαι παρά ένα ασήμαντο κομμάτι φύσης, έρμαιο στα χέρια και τις διαθέσεις της. Μέχρι που η άλλη ανατολή ν’ αλλάζει σιγά σιγά την διάθεση, τα χρώματα και τους ιριδισμούς τριγύρω σου.

Κι ύστερα πάλι, το ούριο αεράκι να γεμίζει τ΄ανοιγμένα πανιά και να σε γλυστρά πάνω στον ήσυχο κυματισμό της. Για να σε ταξιδέψει μέσα από το πελαγίσιο φως σε ένα άλλο ρίνισμα γης, ξεχασμένο κάπου μεσοπέλαγα. Έως ότου, σιγά σιγά οι μακρινές σκιές κόντρα στο φως να ζωντανεύουν για να γίνουν βράχια, σπηλιές, άγριες πλαγιές κι ύστερα προστατευμένα λιμανάκια. Και καθώς το φεγγάρι παίρνει και πάλι την θέση του ήλιου, να σου έρχεται, με τον στεργιανό αγέρα, μυρωδιά από θυμάρι.

Και ν’ απολαμβάνεις αυτές τις γαλήνιες στιγμές, ξέροντας πως μπορεί κάποια στιγμή ν’ αλλάξει το θυμικό της κι αγριεμένη να δείξει απρόσμενα τον άλλο της εαυτό. Κι εσύ να την φοβάσαι, μα προπάντων να την σέβεσαι. Για να σε αποδέχεται.

Όπως τούτη την φορά που παρέμεινε ράθυμη και δεκτική σ’ ολόκληρο αυτό το ταξίδι.