παραζάλη

Πολλές φορές προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι συμβαίνει γύρω μου. Καθώς κινούμαι μέσα σε μια ζαλισμένη χώρα που τρικλίζει και παραπαίει.

Που ξαφνικά (;), μέσα σε λίγα χρόνια μετά την έκπληξη και την απρόσμενη οργάνωση και επιτυχία αυτών των »υπέρλαμπρων» Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, βρέθηκε στο στόχαστρο μιας διεθνούς χλεύης και μιας κατρακύλας.

Προσπαθώ. Αν και το ξέρω, οτι από κάποιο είδος αυτοάμυνας και προσωπικής κουλτούρας, δεν αποδέχομαι πάντα την πραγματικότητα γύρω μου. Οτι επιλεκτικά περιορίζομαι σε ένα προσωπικό, ιδεατά διαμορφωμένο κόσμο.

Και ξαφνικά οργίζομαι.

Όταν παραδέχομαι οτι εμπαίζομαι καθημερινά. Οτι υποβαθμίζεται η κοινή νοημοσύνη μου. Οτι συστηματικά κινούνται προς αντίθετες κατευθύνσεις οι υποσχέσεις και η πραγμάτωση τους. Οτι αποδομούνται και αποφορτίζονται με λεκτικά καλολογικά στοιχεία καθημερινά υπαρκτά προβλήματα. Οτι θέματα επιβίωσης φιλτράρονται και συμψηφίζονται με αριθμητικά και στατιστικά δεδομένα.

Και ξαφνικά θυμώνω.

Και πρώτα απ’ όλους με τον εαυτό μου. Όταν προσπερνώ τον άστεγο που βρίσκεται ξαπλωμένος έξω από την είσοδο ενός κτιρίου, σκεπασμένος με μια τρισάθλια κουβέρτα, αποφεύγω να τον κοιτάξω και το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι γιατί η »πολιτεία» δεν φροντίζει γι αυτούς τους ανθρώπους. Όταν αποδέχομαι κάθε είδους αθλιότητα γύρω μου χωρίς αντίδραση. Όταν αποδέχομαι σιωπηλά την κουλτούρα που προωθεί η τηλεόραση και απλά την σχολιάζω.

Αλλά και με άλλους γύρω μου. Όταν βλέπω να ποδοπατιέται κάθε είδους σεβασμός του ενός προς τους υπολοίπους.  Ότανλεκτικά, αλλά και με αυθαίρετες πράξεις και έργα αμφισβητείται η νομιμότητα μου, υποβαθμίζεται η αντίληψη μου, απαξιώνονται οι ικανότητες μου, βιάζεται η αισθητική μου. Κι όταν το ξέρω πως αυτού του είδους η συμπεριφορά τείνει να γίνει η κυρίαρχη.

Και λυπάμαι.

Γιατί αισθάνομαι την παρακμή, την ισοπέδωση, την συγκάλυψη. Μέσα σ’ αυτόν τον κοινωνικό χυλό που βρισκόμαστε.

Και αναρωτιέμαι αν όλα αυτά δείχνουν για μένα κόπωση, αηδία, μη προσαρμοστικότητα. Αν δείχνουν αδιαφορία, σύγχυση, ατολμία.  Γιατί μοιάζουν με βόλεμα και δειλία.

Προσπαθώ. Αν και το ξέρω, οτι σιγά σιγά χάνω και τις φυσικές μου αντοχές για να αντιδράσω.

Κι ύστερα πάλι, κάποιες ακτίνες αισιοδοξίας πέφτουν τριγύρω μου και με αφυπνίζουν. Όταν, στα πρόσωπα και στις κινήσεις των μωρών από τα παιδιά των φίλων μου, βλέπω το γέλιο και την ανεμελιά, που με οδηγούν ξανά πίσω στην αυθόρμητη, ανεπηρέαστη και καθαρή πρωτογενή παιδική σκέψη.

Και συνειδητοποιώ, οτι αυτή θα είναι η γενιά, που θα ακολουθήσει αυτή που εμείς υποθηκεύσαμε. Και ελπίζω οτι, παρ’ όλες τις δυσκολίες που της συσσωρεύουμε, ακριβώς μέσα από αυτές, θα κατορθώσει να βρεί μια νέα αρχή και να επανεξετάσει στάσεις ζωής, μέσα από μια διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων.

Και σκέφτομαι οτι αυτή ακριβώς είναι η ζωή.

Φώτης Λαμπρινός

πικρή πραγματικότητα

Δημοσιεύω ακόμα ένα κείμενο αυτογνωσίας που έστειλε  επίσης σήμερα, στο e-mail μου, ένας φίλος.

Δεν γνωρίζουμε ποιός είναι ο  αρχικός συγγραφέας. Είναι όμως ένα εξαιρετικά επίκαιρο κείμενο, μιας και μέσα από την φωναχτή παράθεση των προσωπικών ερωτηματικών και προβληματισμών του,  χρησιμοποιώντας μια τρέχουσα ελληνική γλώσσα,  περιγράφει την σημερινή διαβρωμένη ελληνική πραγματικότητα.

(αγνώστου)

«»Έχω βουλιάξει κι εγώ μές τη συλλογική κατήφεια, μες την κατάθλιψη.
Φοβάμαι, ανησυχώ, θλίβομαι, αναρωτιέμαι για το μέλλον των παιδιών μου,
για το γκρέμισμα των ονείρων μου και των μακρυχρόνιων προσπαθειών μου.
Αλλά ακόμα και αυτά καλύπτονται από την βαθιά μου οργή.
Πού ήμουν όλα αυτά τα χρόνια εγώ;
Πού ήσουν όλα αυτά τα χρόνια εσύ, εαυτέ μου;

Πού ήσουν όταν μας κοροϊδευαν, μας ξεπουλούσαν,
μας πέταγαν τα πλαστικά όνειρα στη μούρη κι εσύ τα κυνηγούσες;

Πού ήσουν όταν ο γιατρός σού ζητούσε το φακελλάκι για να σε κάνει καλά
και αντί να τον καταγγείλεις τον πούστη, τον πλήρωνες αποκαλώντας τον
«γιατρέ μου»

Πού ήσουν όταν έβλεπες τους μεγαλοδικηγόρους να γίνονται μοντελάκια ζωής
στην τηλεόραση
και να κόπτονται για το κοινό καλό και το δίκαιο, δηλώνοντας 10,000 ευρώ
εισόδημα.
«Πόσο καλά τα λέει ο πούστης.» έλεγες

Πού ήσουν όταν έδινες το μπαξίσι στην πολεοδομία αντί να του δώσεις γροθιά
στη μούρη του καργιόλη
αλλά μετά δεν θα έβγαινε η άδεια της πολυπόθητης οικοδομής μικρό λαμόγιο
ελληνάρα.
Το σάλιο σου γαργάρα και έδινες τη μιζούλα στον πολεοδόμο, στον ικατζή που
σου έκανε τον έλεγχο στην επιχειρησούλα σου,
στον εφοριακό που ανακάλυψε τις δικές σου λαμογιές. Κάλλιο να πληρώσεις 10
σε αυτόν παρά 50 στο κράτος.

Πού ήσουν όταν έτρεχες στα γραφεία των βουλευτών για να τους παρακαλέσεις να
βολέψουν το σπλάχνο σου,
το άχρηστο σπλάχνο σου, που δεν κατάφερε να κάνει τίποτα περισσότερο στη
ζωούλα του από το να γλύφει κατουρημένες ποδιές και βρώμικους κώλους.

Πού ήσουν όταν ανταγωνιζόσουν στις συγκεντρώσεις των προβάτων (ωπ! κομμάτων
ήθελα να πω),
με τους λοιπούς «συντρόφους» για το ποιος θα σηκώσει τη μεγαλύτερη σημαία.

Πού ήσουν όταν ξελαρυγγιαζόσουν λαμόγιο για το δίκαιο του λαού, πηδώντας
πάνω κάτω μόλις έβλεπες φακό
για να σιγουρευτείς ότι θα σε δει ο πολιτευτής που θα σε βάλει εποχιακό,
συμβασιούχο στο δήμο.
άλλος ένας στην πλάτη των υπολοίπων που θα καθαρίζει φασόλια στο οκτάωρό του
(όχι ρε!!! πλέον μπαίνεις στο φέισμπουκ, έχεις εξελιχθεί)

Πού ήσουν μικρομεγαλεπιχειρηματία όταν μαγείρευες τα δικά σου βιβλία για να
πληρώσεις λιγότερα,
για να πάρεις το τέρας suv που θα κάλυπτε τη μικροτσούτσουνη ύπαρξή σου με
το μέγεθός του.

Πού ήσουν μαντάμ σουσού όταν γελούσες σαν ηλιθία στη δασκάλα του παιδιού σου
που μαλακίες έμαθε,
μαλακίες το μαθαίνει, όταν αναγνώριζες τις μαλακίες που κάνουν στο παιδί
αλλά πού να τρέχεις τώρα έχεις κι άλλες δουλειές.
Αλλωστε το παιδί θα το στείλουμε στο Λονδίνο να σπουδάσει.
εκεί θα καλυφθούν όλες οι ανεπάρκειες του δικού μας εκπαιδευτικού
συστήματος.

Πού ήσουν συνδικαλιστή της πλάκας και του ελέους
όταν με τη δύναμη που σου δίνει το ότι βολεύτηκες σε μια γαμημένη δημόσια
επιχείρηση,
κατέβαζες τους διακόπτες μιας ολόκληρης χώρας,
δημιουργώντας τόσα προβλήματα,
ίσα για να διαμαρτυρηθείς/εκβιάσεις για τα δικά σου μικροσυμφέροντα.

Πού ήσουν όταν το ελληνικό όνειρο έσκασε μύτη;
αγόραζες πορτοκαλιές εφημερίδες λαμόγιο και έπαιζες χρηματιστήριο λες και
είναι λοτταρία.
Πού ήσουν όταν εταιρείες ανύπαρκτες, με ένα γραφειάκι 2χ3 και 1 άτομο
προσωπικό,
χτύπαγαν λίμιτ απ κάθε μέρα.
Πού ήσουν όταν έπαιρνες μετοχοδάνεια και υποθήκευες τα χωραφάκια του παππού,
πιστεύοντας ότι θα γίνεις πλούσιος σε ένα μήνα (και πολύ λέω).

Πού ήσουν όταν το χέρι σου πετάει τα σκουπίδια, δεξιά και αριστερά μέσα στο
δάσος,
όταν γεμίζεις τις παραλίες αποτσίγαρα και πλαστικά ποτήρια φραπέ (όχι φραπέ
ρε πια, φρέντο έλεος, πού ζεις;)
Πού ήσουν όταν το παιδί σου ουρλιάζει στο αυτί του διπλανού,
αδιαφορώντας για την ύπαρξή του (όλοι να καούν ρε, εγώ θα φάω τα κεφτεδάκια
μου και είμαι μια χαρά. γκρααααααου)

Πού ήσουν όταν έβλεπες τα σκάνδαλα να σκάνε το ένα μετά το άλλο.
όταν οι θρησκευτικοί «άρχοντες»
αποδεικνύονταν κοσμικότεροι των κοσμικών απατεώνων.
σταμάτησες να παντρεύεσαι, να βαφτίζεις, να συμμετέχεις στα κοινά της
εκκλησίας επρος ένδειξιν της αηδίας σου;
σιγά ρε.. όπου γάμος και χαρά η Βασίλω πρώτη.

Πού ήσουν όταν η χώρα σου καιγόταν απ’ άκρη σε άκρη.
πού ήσουν όταν λίγο έλειψε να χαθεί η Ολυμπία,
πήρες το τριχίλιαρο πρόβατο και έσκασες.
τουμπεκί ψιλοκομμένο. και ναι! τους ξαναψήφισες.. ξανά και ξανά και ξανά.

Πού ήσουν όταν τα ροζ πλημμύρισαν τη ζωή σου.
έσκυψες κι εσύ στην κλειδαρότρυπα αυτό έκανες..
τι είπε, τι έκανε, πήρε καλά την πίπα;
και για το πάπλωμα κουβέντα κανείς. για την ταμπακέρα σιωπή.

Όλοι βολεμένοι στον μικρόκοσμό τους.. .ποιος θα έχει την πιο μεγάλη
τζιπούκλα,
την πιο γαμάτη γκόμενα, την πιο σικ γυναίκα, τα πιο όμορφα παιδιά.
τις πιο καλές σπουδές, το πιο γαμάτο σπίτι, το πιο μεγάλο τζάκι, το πιο
άνετο σαλόνι,
το πιο βαθύ καναπέ, την πιο μεγάλη πλασμα(τική) τηλεόραση, το πιο σύγχρονο
ηχοσύστημα.
τις πιο σικάτες διακοπές, τις πιο χλιδάτες αποδράσεις, τις πιο γκλαμουράτες
εξόδους.

Και δανειζόσουν λαμόγιο, δανειζόσουν.
όχι χρήμα.
χρόνο δανειζόσουν.
Και απλά ο χρόνος τέλειωσε.
Κάποτε θα ερχόταν η ώρα. νομοτελειακό είναι..

Τώρα μη φωνάζεις λαμόγιο, απατεωνίσκε.
Αποδέξου και μη φωνάζεις.
Γιατί ΦΤΑΙΣ για ΟΛΑ.
ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ.
ΕΓΩ ΦΤΑΙΩ.

Καιρός είναι να κάνουμε μια καλή αυτοκριτική.
να πούμε εγώ φταίω και να δούμε πώς θα καθαρίσουμε
τα σκατά που ΕΜΕΙΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΑΜΕ.
που εμείς ΑΦΗΣΑΜΕ ΝΑ ΜΑΣ ΠΝΙΞΟΥΝ.

Σταμάτα λοιπόν τις κορώνες,
κατέβασε τους τόνους της «δίκαιης αγανάκτησής» σου
& σκέψου τη δική σου συμμετοχή, τα δικά σου λάθη.

ΕΛΛΗΝΑΡΑ ε ΕΛΛΗΝΑΡΑ»

για την μεταφορά

Φώτης