μια μέρα στην εξοχή

Η μάνα μόνη, ή και με τον σύζυγο της, περνάει τακτικά για μας δει, να τσιμπήσει κανένα μεζέ, να πιει λίγο δροσερό νερό και μετά να ξαναφύγει ανεξάρτητη, σοβαρή και πολυάσχολη.

Πριν λίγες μέρες, ήρεμη, με αυστηρή αλλά γλυκιά φωνή, καθοδήγησε, χωρίς να σηκώνει συζητήσεις, τα παιδιά της να την ακολουθήσουν στην πρωινή της βόλτα. Κι έτσι πρωί πρωί εμφανίστηκε με όλη της την παρέα. Τα τέσσερα, χαριτωμένα όπως όλα τα πιτσιρίκια, μωρά της.

Η μάνα κάθισε σε μια άκρη και τάχα αδιάφορη απολάμβανε το τοπίο.

Τα μικρά άρχισαν να παίζουν τριγύρω, ανεβαίνοντας σε κορμούς, κατεβάζοντας τους παπύρους, μπαινοβγαίνοντας στις γλάστρες. Έκαναν αγώνες ταχύτητας, πάλευαν μεταξύ τους, τράβαγαν κι έπαιζαν με την ουρά της μάνας τους.

Παραφύλαγαν σε ετοιμότητα,

κρυβόντουσαν πίσω από λουλούδια

κι όρμαγαν σε ότι περνούσε από πλάι.

Κι όταν δόθηκε η ευκαιρία, έπεσαν με τα μούτρα στο φαγητό

μπαίνοντας μέσα στο πιάτο με βιασύνη, για να διαφυλάξουν την μερίδα τους

ή να διεκδικήσουν κάτι παραπάνω.

Ήταν επόμενο οτι μετά έπιναν νερό με την ψυχή τους, από τον κουβά που βρέθηκε πλάι τους.

Μέχρι να διεκδικήσουν μια θέση στον ήλιο

ή να αράξουν για μια μεσημεριάτικη σιέστα.

Εντελώς χαλαρωμένα κι ευτυχισμένα από την ζωή τους!

για την ανταπόκριση από την εξοχή :

Φώτης

Advertisements