απλά μια βόλτα

Είναι Κυριακή, αργά το απόγευμα μιας καλοκαιριάτικης σχεδόν μέρας, στα μέσα του Απρίλη, που ξεκινώ μια μικρή περιδιάβαση πλάϊ στην θάλασσα, περπατώντας στον πεζόδρομο που εκτείνεται από την Περαία έως τους Νέους Επιβάτες, το γνωστό παλιότερα »Μπαξέ Τσιφλίκι».

Μέρα που, από μόνη της, σε προκαλεί να ξεφύγεις από την σκληρή πραγματικότητα μιας όλο και πιο ακατανόητης, καθημερινότητας.

Κι έτσι φτάνω, εκ των υστέρων, και στις καταγραφές αυτού του μικρού, απλοϊκού άρθρου: σαν μια καταφυγή (ή αποφυγή;). Μακριά για λίγο από όλες τις επιπλέον έγνοιες που είναι ικανό να μας φορτώνει καθημερινά το αλλοπρόσαλα μεταλλασόμενο, εύθραυστο και αβέβαιο αυτά τα χρόνια πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό περιβάλλον. Το ξεκούρδισμα μιας κοινωνίας στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Στο κάτω κάτω της γραφής έχουμε δικαίωμα και ανάγκη από το φώς, το χρώμα, τον ανοιξιάτικο αέρα, τα κελαϊδίσματα, τον ήχο της θάλασσας, …

Ξεκινώ με τον ήλιο, που έχει κιόλας αρχίσει την πορεία του προς την δύση, να στέλνει σήμερα ασημένιες και χρυσαφιές ανταύγες στο ακύμαντο σχεδόν νερό. Κι επάνω εκεί προβάλλονται, σαν θέατρο σκιών, κάποιες ανθρώπινες φιγούρες που παίζουν, συζητούν, τρέχουν ή και τσαλαβουτούν ακόμα, ανέμελα, στην άκρη της θάλασσας ή μέσα στο νερό.

Προχωρώ κι η ώρα περνάει. Τα χρώματα βαθαίνουν. Φιλτράρονται μέσα από τα αρμυρίκια και παίζουν πάνω στο ήσυχο σμίξιμο του νερού με την άμμο της ακροθαλασσιάς.

Μπροστά στο ζευγαράκι, απομονωμένο στην ακρογιαλιά, ο ήλιος φιλτράρεται μέσα από λιγοστά σύννεφα, όπως οδεύει πια προς την δύση του.

Αρχίζοντας την επιστροφή, οι τελευταίες ηλιαχτίδες φωτίζουν ακόμα την πόλη. Τα φώτα σιγά σιγά ανάβουν, ταβέρνες και καφέ ετοιμάζονται για την βραδυνή τους πελατεία, οι μικροπωλητές έχουν κιόλας αραδιάσει την πραγμάτεια τους. Κι ο κόσμος συνεχίζει να απολαμβάνει την βόλτα του.

Από απέναντι, τα πρώτα φώτα της Θεσσαλονίκης έχουν αρχίσει να καθρεφτίζονται μέσα στον Θερμαϊκό.

Φώτης Λαμπρινός

 

Advertisements