ανάπαυλα

Μια εκδρομή, μια μικρή απόδραση από την Αθήνα, ένα περιδιάβασμα στην Δυτική Αττική.

Ακολουθώντας, ύστερα από πάρα πολλά χρόνια, τα πρώτα χιλιόμετρα της παληάς Εθνικής οδού Αθηνών – Θεσσαλονίκης. Από την Ελευσίνα προς την Θήβα, αμέσως μετά από την περιοχή της Μάνδρας που, πριν κάποιους μήνες, βυθίστικε μέσα στην λάσπη. Πάνω στον ασφαλτόδρομο που, για αρκετή διαδρομή, έχει ακόμα έντονες τις πληγές από εκείνη, την ίδια, καταστροφική πλημύρα.

Το πλάτος του δρόμου, η χάραξη του (που προσαρμόζεται στο ανάγλυφο του εδάφους σε αντίθεση με την προσαρμογή της φύσης στην χάραξη των σημερινών αυτοκινητοδρόμων), οι ελιγμοί του ανάμεσα από την φυσική βλάστηση, η αραιή κίνηση, οι χαμηλότερες ταχύτητες, οι παλαιοί μαρμάρινοι χιλιομετρητές, τα προσκυνήματα σε σημεία ατυχημάτων, όλα ξυπνούν μέσα μου μνήμες και ενισχύουν την διάθεση.

Μέρα ανοιξιάτικη αλλά μουντή, σκεπασμένη με ένα ουρανό πνιγμένο από την φερτή σκόνη της Σαχάρας. Με ένα διάχυτο, ομοιόμορφο φωτισμό που ισοπεδώνει τις σκιές και τις φωτοσκιάσεις, εκτός από κάποιες, λίγες, στιγμές που ο Ήλιος προσπαθεί να διαπεράσει αυτό το στρώμα.

Η διάθεση όμως όλων μας, παραμένεια ανεπηρέαστη σε όλη την διάρκεια αυτής της μεσοβδόμαδης, μετά τους εορτασμούς του Πάσχα, εξόρμησης που γαληνεύει την ψυχή.

Απόλαυση της φύσης και μια μικρή περιπλάνηση με στάσεις.

Στην αρχή για προσκύνημα στην Μονή του Οσίου Μελετίου.

 

Αργότερα στα Βίλια. Πρώτα για προμήθεια γευστικότατων μελοκούλουρων και ψωμιού, φρεσκοψημένων σε παραδοσιακό φούρνο με ξύλα. Κι αμέσως μετά για επίσκεψη στην εκκλησία που το 1839 κτίστηκε εκεί, από τον Γερμανό αρχιτέκτονα Ερνέστο Τσίλλερ .

Κατάληξη στο Πόρτο Γερμενό και στο αρχαίο φρούριο των Αιγοσθένων που χρησιμοποιήθηκε και κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Με τα υπολέιμματα των οχυρώσεων, από τις πολλαπλές ιστορικές περιόδους, που ξεκινούν μέσα από την θάλασσα και ανηφορίζουν στην πλαγιά, εκεί όπου διατηρούνται σε καλύτερη κατάσταση. Εδώ βρίσκεται ήδη αναστηλωμένος ένας οχυρωματικός πύργος, ενώ σήμερα πραγματοποιούνται εργασίες αναστήλωσης και ενός δεύτερου. Κι ανάμεσα στα παλιότερα χαλάσματα, σ’ αυτή την μίξη περιόδων και πολιτισμών, το μικρό, απέριττο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου.

Πριν την αναχώρηση μας για την επιστροφή απολαμβάνουμε, μέσα σε αυτό το ήρεμο περιβάλλον, χαλαροί και με τους αργούς ρυθμούς που επιβάλλει η μέρα, ένα νοστιμότατο γεύμα που περιλαμβάνει ολόφρεσκη τηγανιτή μαρίδα, ψητό μπακαλιάρο, σαλάτα με άγρια χόρτα, τυρί και φρέσκο ψωμί, που συνοδεύονται με κρύο άσπρο κρασί.

Καθισμένοι έξω στο ύπαιθρο, πλάϊ στην ακύμαντη θάλασσα που, μόνο λίγο πριν φύγουμε, γέμισε με κάποιες ρυτιδιασμένες πινελιές, που χάραξε πάνω της ένα φρέσκο, ανάλφρο αεράκι.

Φώτης Λαμπρινός

Advertisements

Χανιά… κι εκεί τριγύρω

Μια τριήμερη φυγή μας στην Κρήτη.

Μια φευγαλέα επίσκεψη μας στα Χανιά… κι εκεί τριγύρω. Σαν ένα διάλειμμα ψυχής. Κάποια απρογραμμάτιστη στιγμή, σε αναπάντεχο χρόνο.

Πρώτα στην πόλη των Χανίων.

Μαζί με το πολυποίκιλο πλήθος των επισκεπτών που συρρέουν κάθε εποχή εδώ, τριγυρίζουμε στο παληό Ενετικό λιμάνι. Κάποιες ώρες λουσμένο στον μεσογειακό ήλιο κι άλλες κάτω από έναν βαρύ, συννεφιασμένο ουρανό.

Γύρω μας το δομημένο περιβάλον με άμεσες αναφορές στις διάφορες πολιτισμικές φάσεις της πόλης.

Ο χαρακτηριστικός Ενετικός φάρος, σύμβολο της πόλης, που δεσπόζει στην είσοδο του λιμανιού. Το φρούριο Φιρκά, το Ναυτικό Μουσείο Κρήτης, το Γιαλί Τζαμί, τα Νεώρια.

 

 

Αργότερα επιχειρούμε ένα ήρεμο περιδιάβασμα στα γεμάτα χαρακτήρα και χρώμα, μαγευτικά δρομάκια της παλιάς πόλης. Εκεί που σε κάποια στροφή ανακαλύπτεις κρυμμένους κήπους και κρυφές γωνιές. Μια περιδιάβαση που μοιραία, κάποια στιγμή, φτάνει να σε οδηγήσει σε ένα από τα τόσα, διάσπαρτα ταβερνάκια. Για ξεκούραση και απόλαυση ντόπιας κουζίνας και συνηθειών. Τσικουδιά, ντάκους, σφακιανές πίτες, χοχλιούς….

Εδώ σε μια αυλή, μέσα στις ηλιακτίδες που διαπερνούν την πέργκολα.

 

 

Μετά την πόλη, και για όσο μας επιτρέπει ο λιγοστός μας χρόνος, προχωρούμε σε μικρές περιηγήσεις στην γύρω περιοχή.

 

Ξεκινάμε με μια βόλτα Δυτικά και Νοτιοδυτικά από τα Χανιά.

Πλατανιάς, Μάλεμε, Κολυμβάρι και μετά, μέσα από το Τοπολιανό φαράγγι, προς το Ελαφονήσι.

Μια πρώτη, υπέροχη στάση στην ορεινή, πετρόκτιστη γραφική Μηλιά. Ένας μικρός οικισμός, για χρόνια εγκαταλειμμένος, κρυμμένος σε μια κατάφυτη χαράδρα. Τώρα τα λιγοστά του κτίσματα λειτουργούν σαν ενοικιαζόμενα καταλύματα για όσους λατρεύουν την φύση, την πεζοπορία, τον καθαρό αέρα, την ησυχία. Χωρίς ηλεκτρισμό, με την χρήση των ξύλων για θέρμανση, ζεστό νερό και μαγείρεμα. Και στο εστιατόριο υπέροχη ποικιλία φρεσκομαγειρεμένων φαγητών, που σερβίρονται σε μια ζεστή, φιλική ατμόσφαιρα.

Συνεχίζουμε νότια.  Έλος, Βαθύ, Ελαφονήσι και πίσω.

Και ύστερα κατά μήκος της δυτικής ακτής, με κατεύθυνση προς τον βορρά. Με την ομίχλη να ορμάει μπροστά μας από την θάλασσα της Μεσογείου και τα σύννεφα να βαραίνουν από πάνω μας.

Πλάτανος, Φαλάσσαρνα, Κίσσαμος και επιστροφή στα Χανιά.

 

 

Την τελευταία μέρα τελειώνουμε τις περιηγήσεις μας, με κατεύθυνση τον Νότο.

Περνώντας και πάλι μέσα από διαβάσεις του ορεινού όγκου της Νότιας Κρήτης, αντικρίζουμε το Λυβικό πέλαγος και ακολουθώντας τις συνεχείς στροφές κατεβαίνουμε προς την ακτογραμμή.

Μια επίσκεψη στην Χώρα των Σφακίων και το γυμνό, άγονο τοπίο που την περιβάλλει.

Και τέλος, πριν από την επιστροφή μας στα Χανιά, επισκεφτόμαστε λίγο πιο ανατολικά το κοντινό παραθαλάσσιο Φραγκοκάστελλο και τις μνήμες που κουβαλάει.

Ο ήλιος, που οδεύει πια προς την δύση του, δημιουργεί ισχυρές φωτοσκιάσεις που εντείνουν το ανάγλυφο αυτού του ορεινού άγονου εδάφους.

 

 

Αυτά είναι μόνο ψήγματα από κομμάτια της μεγάλης Κρητικής γης που μπορέσαμε να επισκεφθούμε, μέσα στον λίγο χρόνο μιας φευγαλέας επίσκεψης.

Που στάθηκαν όμως ικανά να ερεθίσουν ευχάριστα τα συναισθήματα και τις αισθήσεις μας.

Φώτης Λαμπρινός

απλά μια βόλτα

Είναι Κυριακή, αργά το απόγευμα μιας καλοκαιριάτικης σχεδόν μέρας, στα μέσα του Απρίλη, που ξεκινώ μια μικρή περιδιάβαση πλάϊ στην θάλασσα, περπατώντας στον πεζόδρομο που εκτείνεται από την Περαία έως τους Νέους Επιβάτες, το γνωστό παλιότερα »Μπαξέ Τσιφλίκι».

Μέρα που, από μόνη της, σε προκαλεί να ξεφύγεις από την σκληρή πραγματικότητα μιας όλο και πιο ακατανόητης, καθημερινότητας.

Κι έτσι φτάνω, εκ των υστέρων, και στις καταγραφές αυτού του μικρού, απλοϊκού άρθρου: σαν μια καταφυγή (ή αποφυγή;). Μακριά για λίγο από όλες τις επιπλέον έγνοιες που είναι ικανό να μας φορτώνει καθημερινά το αλλοπρόσαλα μεταλλασόμενο, εύθραυστο και αβέβαιο αυτά τα χρόνια πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό περιβάλλον. Το ξεκούρδισμα μιας κοινωνίας στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Στο κάτω κάτω της γραφής έχουμε δικαίωμα και ανάγκη από το φώς, το χρώμα, τον ανοιξιάτικο αέρα, τα κελαϊδίσματα, τον ήχο της θάλασσας, …

Ξεκινώ με τον ήλιο, που έχει κιόλας αρχίσει την πορεία του προς την δύση, να στέλνει σήμερα ασημένιες και χρυσαφιές ανταύγες στο ακύμαντο σχεδόν νερό. Κι επάνω εκεί προβάλλονται, σαν θέατρο σκιών, κάποιες ανθρώπινες φιγούρες που παίζουν, συζητούν, τρέχουν ή και τσαλαβουτούν ακόμα, ανέμελα, στην άκρη της θάλασσας ή μέσα στο νερό.

Προχωρώ κι η ώρα περνάει. Τα χρώματα βαθαίνουν. Φιλτράρονται μέσα από τα αρμυρίκια και παίζουν πάνω στο ήσυχο σμίξιμο του νερού με την άμμο της ακροθαλασσιάς.

Μπροστά στο ζευγαράκι, απομονωμένο στην ακρογιαλιά, ο ήλιος φιλτράρεται μέσα από λιγοστά σύννεφα, όπως οδεύει πια προς την δύση του.

Αρχίζοντας την επιστροφή, οι τελευταίες ηλιαχτίδες φωτίζουν ακόμα την πόλη. Τα φώτα σιγά σιγά ανάβουν, ταβέρνες και καφέ ετοιμάζονται για την βραδυνή τους πελατεία, οι μικροπωλητές έχουν κιόλας αραδιάσει την πραγμάτεια τους. Κι ο κόσμος συνεχίζει να απολαμβάνει την βόλτα του.

Από απέναντι, τα πρώτα φώτα της Θεσσαλονίκης έχουν αρχίσει να καθρεφτίζονται μέσα στον Θερμαϊκό.

Φώτης Λαμπρινός