νυχτερινές εικόνες

Γαλήνια νύχτα, με ψύχρα και διαυγή ατμόσφαιρα, πάνω στο θαλάσσιο μέτωπο της πόλης.

Με τα φώτα της να καθρεφτίζονται στα ήρεμα νερά και στο υγρό πλακόστρωτο.

Οι στύλοι φωτισμού, σαν ιστία περίφανων σκαριών αραγμένων στην σειρά εκεί, στο ήσυχο φρύδι της θάλασσας. Σε αρμονική αντίθεση με το φωτεινό δίχτυ που σκεπάζει κι απαλύνει τον όγκο του επώνυμου ξενοδοχείου.

Λίγο πιο εκεί, σε δεσπόζουσα θέση, η σύνθεση με τις ομπρέλες του Ζογγολόπουλου, να προβάλονται λευκές κι αιθέριες πάνω στο κατάμαυρο φόντο του ουρανού.

Και διάσπαρτες, ανθρώπινες  σκιές και φιγούρες που περνούν, τρέχουν, στέκονται, κοιτάζουν, φωτογραφίζονται, μιλούν, αγκαλιάζονται, γελούν, ανασαίνουν την θάλασσα.

Νότες και στιγμές καθημερινής ζωής, στην Νέα Παραλία της Θεσσαλονίκης !

IMG_4697 (apo raw)-13x18   IMG_4711 (apo raw)-13x18   IMG_4703 (apo raw)-13x18   IMG_4698 (apo raw)-13x18   IMG_4700 (apo raw)-13x18

Για την εικονική μεταφορά

Φώτης Λαμπρινός

Advertisements

περπαντώντας πάνω σε αρχαία χνάρια

Μια βόλτα εδώ, στα πόδια του βουνού των Θεών, σε έναν ιερό τόπο πανάρχαιας λατρείας του Ολυμπίου Διός. Ένα τόπο ξεχωριστής ιστορικής σημασίας.

Στο Δίον.

Σε ένα μεγάλης έκτασης, επίπεδο λίγο πολύ κομμάτι γής, σπαρμένο με δέντρα, ρυάκια, ποτάμια και υπόγεια νερά, που πολλές φορές το πλημυρίζουν, απλώνεται ο αρχαιολογικός χώρος.

Ο χώρος περιλαμβάνει τρείς διακριτές ενότητες : τα ιερά, την πόλη και την νεκρόπολη. Και βέβαια το παρακείμενο μουσείο.

Πολύ κατατοπιστικό πληροφοριακό υλικό, για όλα αυτά,  με ιστορικά στοιχεία, στοιχεία των ανασκαφών, φωτογραφίες και πλοηγήσεις στον χώρο και στα ευρήματα, παρέχεται στην σχετική ιστοσελίδα .

Εδώ δεν κάνω τίποτε άλλο, από το να παραθέσω μόνο κάποιες φωτογραφίες από τον χώρο και από τα ευρήματα που βρίσκονται εκτεθειμένα στο αντίστοιχο μουσείο.  Σαν έναυσμα για τους μελοντικούς επισκέπτες.  Άλλωστε δεν είναι εύκολη και η απόκτηση συνολικότερης εικόνας του χώρου, εξ αιτίας της σχεδόν επίπεδης διαμόρφωσης της περιοχής αλλά και της υπάρχουσας βλάστησης.  Για αυτόν τον σκοπό πιο κατάλληλες είναι οι αεροφωτογραφίες που βρίσκονται αναρτημένες στον ιστότοπο.

Η περιδιάβαση στα ιερά, αφήνει μέσα μου μια κάποια γεύση από εκείνο τον διαφορετικό πια τρόπο ζωής, που τον μαθαίνουμε απόμακρο, μέσα από ερείπια, ευρήματα και κείμενα.

Το να βαδίζω όμως πάνω σε διατηρημένους αρχαίους λιθόστρωτους δρόμους,  μιας ορθογώνιας ρυμοτομίας,  ανάμεσα στα ευδιάκριτα ερείπια δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, δημιουργεί, σε μένα τουλάχιστον,  ένα διαφορετικό, πιο ζωντανό συναίσθημα.  Οι θέρμες, οι βεσπασιανές, η αγορά, οι επώνυμες » επαύλεις» και »οικίες», το διατηρηθέν μνημείο, οι βασιλικές,  η δεξαμενή, όλα αποπνέουν ακόμα συμπυκνωμένη την καθημερινή ζωή της πόλης.

Το ίδιο και από τα εκθέματα  στο μουσείο. Αισθάνομαι πάντα πιο κοντά μου, όλα εκείνα τα χρηστικά μικροαντικείμενα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων. Αλλά εδώ, ιδιαίτερα ένα από τα εκθέματα, με παραπέμπει άμεσα σε ζώσα κοινωνία. Είναι η »Ύδραυλις», αυτό το αρχαίο μουσικό όργανο.

Είναι βέβαια προφανές οτι όλος αυτός ο συναισθηματικός, προσωπικός μου τρόπος προσέγγισης, δεν αφαιρεί τίποτα από την μεγάλη ιστορική και αρχαιολογική σημασία του τόπου. Που συνεχίζει την διαδρομή του στους αιώνες.

Στα ιερά :

IMG_2950 IMG_2960 IMG_2965 IMG_2966 IMG_2969 IMG_2972 IMG_2973

Στην πόλη :

IMG_2974 IMG_2983 IMG_2981 IMG_2980 IMG_2979 IMG_2977 IMG_2975

Στο μουσείο :

IMG_2988 IMG_3012-a IMG_3011-a IMG_3009-a IMG_3008 IMG_3006 IMG_3005 IMG_3000 IMG_2998-a IMG_2993 IMG_2992 IMG_2991 IMG_2989

Φώτης Λαμπρινός

η Τεφνούτ μας

Μια επικοινωνία που έτυχε να έχω με ένα παληό φίλο αυτές τις μέρες, στάθηκε η αφορμή να θυμηθώ και πάλι την Τεφνούτ μας.

Πριν από κάπου είκοσι δύο χρόνια, δέχτηκε η Μαίρη, στο φαρμακείο της, την επίσκεψη ενός αγνώστου. Μπήκε και κάπως διστακτικά, της είπε πως από κάποιο διπλανό κατάστημα έμαθε οτι αγαπά τις γάτες. Με δυό λόγια, της εξήγησε οτι κάποιο άγνωστο γατάκι βρέθηκε να νιαουρίζει έξω από την πόρτα του διαμερίσματος της οικογένειας του, στον δεύτερο όροφο μιας πολυκατοικίας. Επειδή αγαπούσαν μεν τα ζώα, αλλά δεν ήθελαν τα το βάλουν μέσα στο σπίτι ούτε και ήξεραν από γάτες, το τάισαν και του έβαλαν νερό στο πατάκι της πόρτας. Κι αμέσως μετά ξεκίνησε ο άγνωστος να βρεί κάποιον κτηνίατρο στην περιοχή. Ρωτώντας σε δυό γνωστά του καταστήματα, έμαθε για την αγάπη της Μαίρης προς τις γάτες.

Αυτή η εισαγωγή έπιασε τόπο. Έτσι, το μεσημέρι μετά την δουλειά, εφοδιασμένοι με μια τσάντα ταξιδίου, κατευθυνθήκαμε προς την διέυθυνση που είχε αφήσει ο άγνωστος. Ανεβαίνοντας την σκάλα, μας υποδέχτηκαν ανάλαφρα νιαουρίσματα και φτάνοντας, μια τρισχαριτωμένη σιαμέζα γατούλα. Με παραμορφωμένη λίγο, σαν σπασμένη, την άκρη της ουράς της και με μια ιδέα στρασβισμού στα μάτια, χαρακτηριστικά και τα δύο της φυλής της,  μας κοίταξε και με μεγάλη οικειότητα και νάζια, άρχισε να τρίβεται στα πόδια μας. Με την ίδια μεγάλη ευκολία ανέβηκε στην αγκαλιά της Μαίρης γουργουρίζοντας. Νομίζω οτι η πρώτη απόφαση πάρθηκε εκείνη την στιγμή. Την επόμενη στιγμή, μέσα στην τσάντα, έπαιρνε κιόλας τον δρόμο για το σπίτι μας.

Και τότε ανέκυψε το μεγαλύτερο ερωτηματικό, που θα καθόριζε άμεσα και την μελλοντική της τύχη. Τι στάση θα κρατούσε ο Ραμσής απέναντι σε μια ξένη που ξαφνικά θα εισχωρούσε απειλητικά  στο βασίλειο του;  Κεραμιδόγατος τιγρέ, αρενωπός, με αυστηρά συμμετρικές ραβδώσεις και καταπράσινα μάτια, διαφέντευε ολομόναχος, εδώ και δύο κιόλας χρόνια, την περιοχή του.

ο ''βασιληάς'' Ραμσής!!

Η περιέργεια του Ραμσή τον έσπρωξε μπροστά στην κλειστή τσάντα, που μόλις ανοίχτηκε τον άφησε κυριολεκτικά άφωνο. Ο έρωτας ήρθε με την πρώτη ματιά και ήταν κεραυνοβόλος

Δεν χρειάστηκε καν να το ξανασκεφτούμε. Η γάτα,  μόλις είχε κερδίσει ένα σπίτι. Και βέβαια αυτή η αιθέρια ύπαρξη με το μυστηριώδες παρελθόν και την άγνωστη ηλικία,  που θάμπωσε και καθυπόταξε ένα Ραμσή, δεν μπορεί παρά να κουβάλαγε μέσα της το μεγαλείο και το μυστήριο αρχαίας Αιγυπτιακής θεότητας.

η ''θεά'' Τεφνούτ

Έτσι η Τεφνούτ, εγκαταστάθηκε στο σπίτι μας για τα επόμενα δέκα εννέα χρόνια κι έφυγε από κοντά μας, σε βαθύ γήρας, γαλήνια και ήρεμη, αφήνοντας πίσω της ένα παγωμένο κενό.

Μικρόσωμη, λιτοδίαιτη, κομψή έως τα γεράματα της. Γλυκειά,  καλόγνωμη και πάντα ανεξάρτητη. Παρατηρητική, ομιλιτική και ετοιμόλογη σε κάθε σχόλιο και παρατήρηση.

Στάθηκε τυχερή να φέρει στον κόσμο πέντε ατίθασα γατάκια, με τον Ραμσή πάντα στο πλευρό της. Να της απολύνει τον πόνο, πιέζοντας ελαφρά την κοιλιά της, την ώρα του τοκετού. Να αναλαμβάνει τον καθαρισμό των μικρών, όταν η μητέρα έπρεπε να αποσυρθεί στην τουαλέτα της ή για φαγητό. Να προϊσταται της εκπαίδευσης τους, σ’ αυτά τα πρώτα βήματα της ζωής τους. Ταυτόχρονα όμως να μη μπορεί να τιθασεύσει τον πόθο του προς την θεά του, της οποίας, με τους συνεχείς εναγκαλισμούς του, είχε αφαιρέσει όλο το τρίχωμα γύρω από τον σβέρκο της. Το αποτέλεσμα ήταν να επισπευθεί η στείρωση και των δύο, ώστε να ηρεμήσουν τα πνεύματα μέσα στο μικρό διαμέρισμα μας.

Διαμέρισμα που γνώρισε ημέρες αναστάτωσης, χαράς και δόξας. Με πέντε χαριτωμένα μουτράκια κι δυο ερωτευμένους γονείς. Με παιχνίδια, τσακωμούς, φωνές και πάλι αγκαλιάσματα. Με ξεσκισμένες τις καινούργιες κουρτίνες  (προσφιλές πεδίο αναρίχησης) και ανακατεμμένα όλα τα μαξιλάρια πάνω στους καναπέδες.  Με μπερδέματα ανάμεσα στα πόδια μας από τα συνεχή κυνηγητά πέντε μικρών κι ενός νεαρού ζεύγους που χαίρονταν τον έρωτα τους. (Τα μωράκια βέβαια δόθηκαν μέσα στους δύο πρώτους μήνες τους, ευτυχώς σε χέρια ανθρώπων που τα αγάπησαν).

Αργότερα η Τεφνούτ έμεινε ζωντοχήρα, στην διάρκεια μιας μετάβασης όλων μας στην Χαλκιδική. Σε μια στάση στο χωριό για να να προμηθευτούμε κάποια πράγματα, ο Ραμσής, πηδώντας μέσα από το αυτοκίνητο μόλις άνοιξε η πόρτα, εξαφανίστηκε τρομαγμένος μέσα σε κάτι χαλάσματα και δεν στάθηκε δυνατόν να τον βρούμε ούτε αμέσως, ούτε και επιστρέφοντας αργότερα στο ίδιο σημείο . Ίσως μέσα του να ξύπνησαν οι κεραμιδικές καταβολές του  κι αποφάσισε να μας εγκαταλείψει, ψάχνοντας, προφανώς σε πρόσφορο έδαφος, για γάτες τουρίστριες. Ίσως πάλι, να τον είχε πληγώσει κάπου βαθειά μέσα του η καλή του! Δεν το μάθαμε ποτέ.

Αυτά τα ταξίδια στην Χαλκιδική, ήταν κάτι που η Τεφνούτ απεχθάνοταν, διαμαρτυρώμενη έντονα και συνεχώς σε όλη την διαδρομή. Που όμως τελείωναν λυτρωτικά, κοντά στην φύση και την ευρυχωρία της υπαίθρου, εκεί όπου ελεύθερη ασκούσε τα αρχέγονα κυνηγετικά της ένστικτα και κάθε είδους γυμναστική, αναρίχηση και ακροβασία.

Η Χαλκιδική της άφησε κι άλλες, πλην του χωρισμού, τραυματικές εμπειρίες.

Η μιά ήταν όταν επιστρέφοντας από μια εξερεύνηση μέσα σε θάμνους της περιοχής, εμφανίστηκε σοβαρότατη, αμίλητη και με πρησμένο το προγούλι, τσιμπημένη προφανώς από κάτι. Επειδή υπήρχαν κι υποψίες για δάγκωμα φιδιού, περιμέναμε μέχρι αργά το βράδυ, σε ετοιμότητα με αντιοφικό ορό, μέχρι να δούμε την αίσια τελικά εξέλιξη.

Η άλλη όταν τέσσερα σκυλιά, μεταξύ τους κι ένας φονιάς, την παγίδευσαν στο δώμα του σπιτιού, ξεσκίζοντας κυριολεκτικά την κοιλιά της. Μετά από άμεση κινητοποίηση  ο κτηνίατρος της περιοχής, έμπειρος όμως σε πρόβατα κι αγελάδες, την έραψε όπως όπως, υπό άθλιες συνθήκες. Την επομένη, στην Θεσσαλονίκη, ο δικός της γιατρός χρειάστηκε να την ξαναανοίξει και μετά από δίωρη εγχείρηση να μας την παραδώσει, ζωντανή μεν αλλά τελείως εξαντλημένη. Η θεραπεία με ενέσεις, πλύσεις και υγρά κράτησε κάμποσο καιρό. Τελικά το μόνο που απέμεινε να θυμίζει αυτή την αναστάτωση, ήταν μια μικρή ουλή και η αδυναμία της, όπως είχε προβλέψει και ο γιατρός της, να κάνει τέλειο σπαγγάτο!

Δεν έλλειψαν κι οι στιγμές που αυτή η, φυσική της, περιέργεια παρολίγο να την κάνει να χαθεί για δεύτερη φορά, όταν κάποια στιγμή χώθηκε σ’ ένα ξένο, κενό υπόγειο από το οποίο δεν μπορούσε να βγεί. Ή όταν κάποτε, που αργούσε να επιστρέψει από βραδυνή της εξόρμηση, αρχίσαμε να την ψάχναμε τριγύρω. Όπου μέσα στην ησυχία της νύχτας, φωνάζοντας την, κατορθώσαμε να μαζέψουμε όλες τις άλλες περιφερόμενες γάτες της γειτονιάς, έως ότου, κάποια στιγμή, να καταδεχτεί να μας απαντήσει, σκαρφαλωμένη πάνω σε κάποια κεραμίδια απ’ όπου προσπαθούσε ανεπιτυχώς να κατέβει.

Με αυτά και αυτά δεθήκαμε μεταξύ μας και κύλησαν δέκα εννέα ανέμελα χρόνια που μας κράτησε σπουδαία και πιστή συντροφιά.

Μέχρι που πια ανήμπορη στα βαθειά της γεράματα να περπατήσει, να φάει και να πιεί, άφησε ένα βράδυ στα χέρια μας την ψυχούλα της.

Και έτυχε σε μένα να της προσφέρω το νέο αλλά και τελευταίο σπίτι της, αναπαύοντας την στην γη του οικοπέδου ενός φίλου μας.

Φώτης Λαμπρινός