φθινοπωρινά Τζουμέρκα

Μετά από ένα δύσκολο, για διάφορους λόγους, καλοκαίρι μας, η φθινοπωρινή Ήπειρος στάθηκε πρόκληση για ένα αλάφρωμα της ψυχής και της σκέψης. Κι έτσι διαλέξαμε να βρεθούμε για τέσσερεις μέρες, προς τα τέλη Σεπτεμβρίου, στα Τζουμέρκα. Δίνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο και την ευκαιρία να πραγματώσουμε μια επιθυμία, που χρόνια τώρα τριγύριζε στο μυαλό μας.

Μια ορεινή, αποδεκατισμένη πληθυσμιακά περιοχή με άγρια ομορφιά.  Διάσπαρτες ψηλές βουνοκορφές, γκρεμοί, βαθιές χαράδρες. Χαραγμένες από τα νερά που αιώνες τώρα, βρίσκοντας τον δρόμο τους σαν ρυάκια, ρέματα, καταρράκτες ενώνονται στους παραπόταμους που καταλήγουν στον Άραχθο.  Χωριά σκαρφαλωμένα σε απόκρημνες πλαγιές. Ενταγμένα στο φυσικό τους περιβάλλον και κάποιες φορές ακόμα και δυσδιάκριτα, έτσι όπως είναι κτισμένα από τα υλικά που τα περιτριγυρίζουν. Μονοπάτια που ανεβοκατεβαίνουν στις απότομες πλαγιές για να τα ενώσουν. Κι ένα παλιό ασφαλτοστρωμένο οδικό δίκτυο που, με συνεχείς ελιγμούς, ξετυλίγεται με αντίστοιχο τρόπο μέσα από δάση, κάτω από βράχια, στα χείλη γκρεμών, πάνω από ποτάμια γεφυρωμένα με σιδερένιες γέφυρες.  Με σημεία που σου κόβουν την αναπνοή κι άλλα, που αφήνεις το βλέμμα σου να χαθεί σε βάραθρα ή να υψωθεί προς τις πλαγιές δίπλα σου. Διαδρομές μέσα στην φύση. Θέα που απλώνεται εμπρός στα πόδια σου για να σκαλώσει ύστερα στις τριγύρω βουνοκορφές. Αέρας βουνήσιος, καθαρός που εισβάλει ακάθεκτος στα πνευμόνια σου. Μακρινοί ήχοι κοπαδιών, πουλιών, κελαρυσμάτων, πνοής αέρα. Σιωπή, ηρεμία και φύση.

Και απόηχοι της ιστορίας, των παραδόσεων, του πλούτου. Της αργυροχοΐας, του εμπορίου. Της συρρικνωμένης πια κτηνοτροφίας, των παραγώγων και των προϊόντων της.  Των κτιστάδων και των μαστόρων. Ξέφτια των υποδομών παιδείας, στάλες υγειονομικών παροχών. Εγκατάλειψη.

 

Προσεγγίσαμε τα Τζουμέρκα από  βορειοανατολική κατεύθυνση. Με αφετηρία την Θεσσαλονίκη αφήσαμε την Εγνατία Οδό  στην έξοδο »Ανήλιου», λίγο πριν το Μέτσοβο. Από εκεί ο δρόμος ανηφορίζει στο βουνό Λάκμο. Περνώντας στην αρχή μέσα από πυκνό ελατόδασος κι αργότερα πλάι από το Χαλίκι, ακροτελεύτιο μικρό χωριό των Τρικάλων, συνεχίζει μέσα από ένα ολόγυμνο πια τοπίο και καβαντζάροντας τον »Μπάρο», σε υψόμετρο χίλια εννιακόσια  σαράντα μέτρα, κατηφορίζει προς τους Καλαρίτες (όπου και κατευθυνθήκαμε) ή προς το Ματσούκι, τα δύο πρώτα και από τα πιο απομακρυσμένα χωριά  που συναντάει κανείς από αυτή την είσοδο του στα Τζουμέρκα.

Από εκεί κι ύστερα, με έδρα το Συρράκο κινηθήκαμε σε αυτή  την »γειτονιά» των Τζουμέρκων. Καλαρίτες, Συρράκο, Προσήλιο,  Μυστράς, Χριστοί, Πράμαντα, Μελισσουργοί, Ματσούκι.

 

Βρήκαμε τους πετρόχτιστους Καλαρίτες, κρεμασμένους πάνω από τις απόκρυμνες όχθες του ομώνυμου ποταμού,  έρημους εκείνο το απομεσήμερο της άφιξης μας.

 

Στο παραδοσιακό Συρράκο,  στον ξενώνα »Κάζα Κάλντα» απολαύσαμε την φιλοξενία του κυρίου Παναγιώτη και της κυρίας Πόπης, γευτήκαμε τα καλούδια και ακούσαμε τις ντόπιες ιστορίες της, δοκιμάσαμε την σπιτική κουζίνα της ταβέρνας »Σάρικα» του Βασίλη και της Ελένης, βρεθήκαμε στα γεφύρια της εισόδου του και τριγυρίσαμε στα ανηφορικά του καλντερίμια.

 

Η κενή από μοναστικό βίο (και επισκέψιμη μόνο με την χρήση κλειδιού που παραλαμβάνει ο επισκέπτης από το γειτονικό χωριό) μονή Κηπίνας, σφηνωμένη κυριολεκτικά στον βράχο, κρέμεται πάνω από τον δρόμο Μυστρά-Καλαριτών που με την σειρά του κρέμεται πάνω από τον Καλαρίτη. Το μικρό μέγεθος της, τα λιγοστά κελιά (τώρα ξενώνες), το σκαλισμένο μέσα στον βράχο μικροσκοπικό εκκλησάκι της και το δέος που προκαλεί η θέση της, αυξάνουν την εσωτερική γαλήνη.

 

Τα Πράμαντα (ή »η» Πράμαντα – χρησιμοποιούμενα και τα δύο) είναι το κεφαλοχώρι της περιοχής με αγορά, ξενοδοχεία, ξενώνες, ταβέρνες, Αστυνομία, Δημόσιες Υπηρεσίες, σχολείο, φαρμακείο και το μοναδικό βενζινάδικο.  Χωρίς παραδοσιακό χαρακτήρα, τριγυρισμένο από δάσος, είναι κτισμένο πάνω σε ήρεμη πλαγιά, κάτω από την επιβλητική κορυφή »Στρογγούλα». Σήμερα, η τοπική κοινωνία τιμά με αγάλματα και ανάγλυφα τους μαστόρους και τις γυναίκες του χωριού, που κράτησαν την πόλη ζωντανή.

 

Σε μικρή απόσταση από τα Πράμαντα, στο τέλος αυτής της διαδρομής, συναντάμε τους Μελισσουργούς, φωλιασμένους απέναντι από το »τείχος» της αντίπερα θεόρατης πλαγιάς.

 

Αξιοθέατο της περιοχής είναι και το σπήλαιο »Ανεμότρυπα», προσπελάσιμο σε μικρού μήκους ακόμα διαδρομή. Με υπόγειο ποτάμι, εξαιρετικό αερισμό και με εντυπωσιακούς χρωματισμούς (αποχρώσεις του μπλέ,  κίτρινου και λευκού) των σχηματισμών σταλακτιτών και σταλαγμιτών, επηρεασμένους από την σύσταση των υπερκειμένων πετρωμάτων.

 

 

Στην επιστροφή μας προς την Θεσσαλονίκη κινηθήκαμε, μέσα από ένα καλύτερο οδικό δίκτυο, προς την αντίθετη, νοτιοδυτική, κατεύθυνση. Πράμαντα, Κτιστάδες, Άγναντα, Πλάκα (στην διάβαση του Αράχθου), Καλέντζι, Ελληνικό και, τέλος, Εγνατία Οδός στην είσοδο »Κάτσικα».

Αφήνοντας πίσω την ήρεμη ισορροπία φύσης, βουνών και ανθρώπων.

 

Φώτης Λαμπρινός

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s