μέρες γιορτινές και ανέμελες

Μέσα σε αυτή την διάχυτη, αρρωστημένη ατμόσφαιρα ανατροπών, παραζάλης και υποταγής, νοιώθω πως η επιστροφή σε θύμησες και αναπολήσεις, από τις μέρες χαράς και γιορτής που έχουν  πια καταλαγιάσει, αν κι ίσως μοιάζει ανώφελη, κουβαλάει ωστόσο μαζί της μια γαλήνη.

Αυτές οι ξεχωριστές μέρες, που κρύβουν μέσα τους αγαπημένες ψευδαισθήσεις για το τέλος μιας περιόδου και το ξεκίνημα μιας νέας, που κι αυτή θα ανακυκλωθεί το ίδιο ψευδεπίγραφα, χωρίς τώρα να μας νοιάζει. Χρόνια που κυλούν όλο και πιο γρήγορα. Κι αφήνουν πίσω τους θραύσματα από καταστάσεις, συναισθήματα και αναμνήσεις, που σιγά σιγά σκορπίζουν  και ξεθωριάζουν. Γι αυτό και κρατώντας σκόρπια αποτυπώματα τους παγωμένα μέσα σε εικόνες στιγμών,  ξεγελάμε τον χρόνο και βρίσκουμε δύναμη και τρόπο να τα ανασυνθέτουμε αποσπασματικά, εστιάζοντας πάνω στην εξερεύνηση της αναλλοίωτης  ουσίας τους και κρατώντας μόνο τα απαραίτητα.

Μέρες γιορτινές που, ύστερα από υποχρεώσεις πολλών χρόνων, μπορέσαμε αυτή την φορά να τις νοιώσουμε και να τις χαρούμε και πάλι στην φωλιά μας, Μέρες που γέμισαν και ζωήρεψαν με φίλους και τα αδέλφια, και στολίστηκαν στ’ άσπρα από τα πρώτα καμώματα του καινούργιου χρόνου. Ξυπνώντας την, κρυμμένη μέσα μας, παιδική προσδοκία για λευκά Χριστούγεννα.

 

Τώρα λοιπόν  αφήνομαι να τις αναπολώ και να τις φιλτράρω κρατώντας κάποια ουσιώδη.

Την απαρχή της εορταστικής περιόδου, με τις ολόψυχες ευχές μας προς συγγενείς και φίλους.

chosen x''mas card '18-'19 - gr

 

Εκείνο το δείπνο στο σπίτι, το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, μαζί με φίλους. Στολίσματα, μαγειρέματα, καλούδια, καλωσορίσματα. Και σπονδές. Στην χαρά των ημερών, της συντροφικότητας και της φιλίας.

 

Κι ύστερα, στο άλλο ορόσημο, περιμένοντας την αλλαγή του χρόνου. Ευτυχισμένες στιγμές με ευφροσύνη. Μουσική, φιλική παρέα, αναπολήσεις, φαγητό και πνεύμα οίνου. Μέσα στον ζεστό,  φιλικό χώρο του «Αίθριου», εκεί κοντά στο Αγγελοχώρι.

 

Τότε που, πλησιάζοντας τα Θεοφάνια,  έφτασε η πρώτη, επώνυμη και πάλι, βαρυχειμωνιά του χρόνου. Με την πυκνή χιονόπτωση που μέσα σε λίγες ώρες άσπρισε πρώτα και στην συνέχεια πάγωσε τα πάντα τριγύρω. Για μέρες. Προσδίδοντας εκείνη την σπάνια ονειρική εικόνα στο σύνολο του τοπίου που, με την σειρά του, τροφοδοτούσε με ένα γλυκό, διάχυτο φωτισμό τις νύχτες. Χιόνια και παγωνιά που, μετά από πάρα πολλά χρόνια, απέτρεψε και την πατροπαράδοτη ρίψη του Σταυρού στα νερά, για τον καθιερωμένο αγιασμό τους.

 

Αξέχαστο και το βράδυ του Αη Γιαννιού που αποτολμήσαμε ένα περιδιάβασμα στην πόλη, για να απολαύσουμε τα φωτισμένα, στολισμένα ακόμα Λαδάδικα. Έρημα από διαβάτες μέσα στην διεισδυτική υγρασία και την αφόρητη παγωνιά. Όμως ολόφωτες φορτωμένες βιτρίνες παιχνιδιών και αναμνηστικών, φωτισμένα με στολίδια κτίρια, χώροι ανάπαυλας και αναψυχής που  προσκαλούν σε ζεστασιά και θαλπωρή. Κι αυτή η μαγεία όλου του, φορτισμένου με ιστορία, χώρου.

 

Σαν έλιωσαν οι πάγοι, έσβησαν τα φώτα της γιορτής και γυρίσαμε στην καθημερινότητα, ο κύκλος αυτός έκλεισε με την εμφάνιση μιας πυκνής ομίχλης που σκέπασε κάποιες νύχτες, αφήνοντας μόνο σκιές να παιχνιδίζουν μέσα τους.

Προμήνυμα ίσως των θολών καιρών που ακολούθησαν.

Φώτης Λαμπρινός

Advertisements

φθινοπωρινά Τζουμέρκα

Μετά από ένα δύσκολο, για διάφορους λόγους, καλοκαίρι μας, η φθινοπωρινή Ήπειρος στάθηκε πρόκληση για ένα αλάφρωμα της ψυχής και της σκέψης. Κι έτσι διαλέξαμε να βρεθούμε για τέσσερεις μέρες, προς τα τέλη Σεπτεμβρίου, στα Τζουμέρκα. Δίνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο και την ευκαιρία να πραγματώσουμε μια επιθυμία, που χρόνια τώρα τριγύριζε στο μυαλό μας.

Μια ορεινή, αποδεκατισμένη πληθυσμιακά περιοχή με άγρια ομορφιά.  Διάσπαρτες ψηλές βουνοκορφές, γκρεμοί, βαθιές χαράδρες. Χαραγμένες από τα νερά που αιώνες τώρα, βρίσκοντας τον δρόμο τους σαν ρυάκια, ρέματα, καταρράκτες ενώνονται στους παραπόταμους που καταλήγουν στον Άραχθο.  Χωριά σκαρφαλωμένα σε απόκρημνες πλαγιές. Ενταγμένα στο φυσικό τους περιβάλλον και κάποιες φορές ακόμα και δυσδιάκριτα, έτσι όπως είναι κτισμένα από τα υλικά που τα περιτριγυρίζουν. Μονοπάτια που ανεβοκατεβαίνουν στις απότομες πλαγιές για να τα ενώσουν. Κι ένα παλιό ασφαλτοστρωμένο οδικό δίκτυο που, με συνεχείς ελιγμούς, ξετυλίγεται με αντίστοιχο τρόπο μέσα από δάση, κάτω από βράχια, στα χείλη γκρεμών, πάνω από ποτάμια γεφυρωμένα με σιδερένιες γέφυρες.  Με σημεία που σου κόβουν την αναπνοή κι άλλα, που αφήνεις το βλέμμα σου να χαθεί σε βάραθρα ή να υψωθεί προς τις πλαγιές δίπλα σου. Διαδρομές μέσα στην φύση. Θέα που απλώνεται εμπρός στα πόδια σου για να σκαλώσει ύστερα στις τριγύρω βουνοκορφές. Αέρας βουνήσιος, καθαρός που εισβάλει ακάθεκτος στα πνευμόνια σου. Μακρινοί ήχοι κοπαδιών, πουλιών, κελαρυσμάτων, πνοής αέρα. Σιωπή, ηρεμία και φύση.

Και απόηχοι της ιστορίας, των παραδόσεων, του πλούτου. Της αργυροχοΐας, του εμπορίου. Της συρρικνωμένης πια κτηνοτροφίας, των παραγώγων και των προϊόντων της.  Των κτιστάδων και των μαστόρων. Ξέφτια των υποδομών παιδείας, στάλες υγειονομικών παροχών. Εγκατάλειψη.

 

Προσεγγίσαμε τα Τζουμέρκα από  βορειοανατολική κατεύθυνση. Με αφετηρία την Θεσσαλονίκη αφήσαμε την Εγνατία Οδό  στην έξοδο »Ανήλιου», λίγο πριν το Μέτσοβο. Από εκεί ο δρόμος ανηφορίζει στο βουνό Λάκμο. Περνώντας στην αρχή μέσα από πυκνό ελατόδασος κι αργότερα πλάι από το Χαλίκι, ακροτελεύτιο μικρό χωριό των Τρικάλων, συνεχίζει μέσα από ένα ολόγυμνο πια τοπίο και καβαντζάροντας τον »Μπάρο», σε υψόμετρο χίλια εννιακόσια  σαράντα μέτρα, κατηφορίζει προς τους Καλαρίτες (όπου και κατευθυνθήκαμε) ή προς το Ματσούκι, τα δύο πρώτα και από τα πιο απομακρυσμένα χωριά  που συναντάει κανείς από αυτή την είσοδο του στα Τζουμέρκα.

Από εκεί κι ύστερα, με έδρα το Συρράκο κινηθήκαμε σε αυτή  την »γειτονιά» των Τζουμέρκων. Καλαρίτες, Συρράκο, Προσήλιο,  Μυστράς, Χριστοί, Πράμαντα, Μελισσουργοί, Ματσούκι.

 

Βρήκαμε τους πετρόχτιστους Καλαρίτες, κρεμασμένους πάνω από τις απόκρυμνες όχθες του ομώνυμου ποταμού,  έρημους εκείνο το απομεσήμερο της άφιξης μας.

 

Στο παραδοσιακό Συρράκο,  στον ξενώνα »Κάζα Κάλντα» απολαύσαμε την φιλοξενία του κυρίου Παναγιώτη και της κυρίας Πόπης, γευτήκαμε τα καλούδια και ακούσαμε τις ντόπιες ιστορίες της, δοκιμάσαμε την σπιτική κουζίνα της ταβέρνας »Σάρικα» του Βασίλη και της Ελένης, βρεθήκαμε στα γεφύρια της εισόδου του και τριγυρίσαμε στα ανηφορικά του καλντερίμια.

 

Η κενή από μοναστικό βίο (και επισκέψιμη μόνο με την χρήση κλειδιού που παραλαμβάνει ο επισκέπτης από το γειτονικό χωριό) μονή Κηπίνας, σφηνωμένη κυριολεκτικά στον βράχο, κρέμεται πάνω από τον δρόμο Μυστρά-Καλαριτών που με την σειρά του κρέμεται πάνω από τον Καλαρίτη. Το μικρό μέγεθος της, τα λιγοστά κελιά (τώρα ξενώνες), το σκαλισμένο μέσα στον βράχο μικροσκοπικό εκκλησάκι της και το δέος που προκαλεί η θέση της, αυξάνουν την εσωτερική γαλήνη.

 

Τα Πράμαντα (ή »η» Πράμαντα – χρησιμοποιούμενα και τα δύο) είναι το κεφαλοχώρι της περιοχής με αγορά, ξενοδοχεία, ξενώνες, ταβέρνες, Αστυνομία, Δημόσιες Υπηρεσίες, σχολείο, φαρμακείο και το μοναδικό βενζινάδικο.  Χωρίς παραδοσιακό χαρακτήρα, τριγυρισμένο από δάσος, είναι κτισμένο πάνω σε ήρεμη πλαγιά, κάτω από την επιβλητική κορυφή »Στρογγούλα». Σήμερα, η τοπική κοινωνία τιμά με αγάλματα και ανάγλυφα τους μαστόρους και τις γυναίκες του χωριού, που κράτησαν την πόλη ζωντανή.

 

Σε μικρή απόσταση από τα Πράμαντα, στο τέλος αυτής της διαδρομής, συναντάμε τους Μελισσουργούς, φωλιασμένους απέναντι από το »τείχος» της αντίπερα θεόρατης πλαγιάς.

 

Αξιοθέατο της περιοχής είναι και το σπήλαιο »Ανεμότρυπα», προσπελάσιμο σε μικρού μήκους ακόμα διαδρομή. Με υπόγειο ποτάμι, εξαιρετικό αερισμό και με εντυπωσιακούς χρωματισμούς (αποχρώσεις του μπλέ,  κίτρινου και λευκού) των σχηματισμών σταλακτιτών και σταλαγμιτών, επηρεασμένους από την σύσταση των υπερκειμένων πετρωμάτων.

 

 

Στην επιστροφή μας προς την Θεσσαλονίκη κινηθήκαμε, μέσα από ένα καλύτερο οδικό δίκτυο, προς την αντίθετη, νοτιοδυτική, κατεύθυνση. Πράμαντα, Κτιστάδες, Άγναντα, Πλάκα (στην διάβαση του Αράχθου), Καλέντζι, Ελληνικό και, τέλος, Εγνατία Οδός στην είσοδο »Κάτσικα».

Αφήνοντας πίσω την ήρεμη ισορροπία φύσης, βουνών και ανθρώπων.

 

Φώτης Λαμπρινός

ανάπαυλα

Μια εκδρομή, μια μικρή απόδραση από την Αθήνα, ένα περιδιάβασμα στην Δυτική Αττική.

Ακολουθώντας, ύστερα από πάρα πολλά χρόνια, τα πρώτα χιλιόμετρα της παληάς Εθνικής οδού Αθηνών – Θεσσαλονίκης. Από την Ελευσίνα προς την Θήβα, αμέσως μετά από την περιοχή της Μάνδρας που, πριν κάποιους μήνες, βυθίστικε μέσα στην λάσπη. Πάνω στον ασφαλτόδρομο που, για αρκετή διαδρομή, έχει ακόμα έντονες τις πληγές από εκείνη, την ίδια, καταστροφική πλημύρα.

Το πλάτος του δρόμου, η χάραξη του (που προσαρμόζεται στο ανάγλυφο του εδάφους σε αντίθεση με την προσαρμογή της φύσης στην χάραξη των σημερινών αυτοκινητοδρόμων), οι ελιγμοί του ανάμεσα από την φυσική βλάστηση, η αραιή κίνηση, οι χαμηλότερες ταχύτητες, οι παλαιοί μαρμάρινοι χιλιομετρητές, τα προσκυνήματα σε σημεία ατυχημάτων, όλα ξυπνούν μέσα μου μνήμες και ενισχύουν την διάθεση.

Μέρα ανοιξιάτικη αλλά μουντή, σκεπασμένη με ένα ουρανό πνιγμένο από την φερτή σκόνη της Σαχάρας. Με ένα διάχυτο, ομοιόμορφο φωτισμό που ισοπεδώνει τις σκιές και τις φωτοσκιάσεις, εκτός από κάποιες, λίγες, στιγμές που ο Ήλιος προσπαθεί να διαπεράσει αυτό το στρώμα.

Η διάθεση όμως όλων μας, παραμένεια ανεπηρέαστη σε όλη την διάρκεια αυτής της μεσοβδόμαδης, μετά τους εορτασμούς του Πάσχα, εξόρμησης που γαληνεύει την ψυχή.

Απόλαυση της φύσης και μια μικρή περιπλάνηση με στάσεις.

Στην αρχή για προσκύνημα στην Μονή του Οσίου Μελετίου.

 

Αργότερα στα Βίλια. Πρώτα για προμήθεια γευστικότατων μελοκούλουρων και ψωμιού, φρεσκοψημένων σε παραδοσιακό φούρνο με ξύλα. Κι αμέσως μετά για επίσκεψη στην εκκλησία που το 1839 κτίστηκε εκεί, από τον Γερμανό αρχιτέκτονα Ερνέστο Τσίλλερ .

Κατάληξη στο Πόρτο Γερμενό και στο αρχαίο φρούριο των Αιγοσθένων που χρησιμοποιήθηκε και κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Με τα υπολέιμματα των οχυρώσεων, από τις πολλαπλές ιστορικές περιόδους, που ξεκινούν μέσα από την θάλασσα και ανηφορίζουν στην πλαγιά, εκεί όπου διατηρούνται σε καλύτερη κατάσταση. Εδώ βρίσκεται ήδη αναστηλωμένος ένας οχυρωματικός πύργος, ενώ σήμερα πραγματοποιούνται εργασίες αναστήλωσης και ενός δεύτερου. Κι ανάμεσα στα παλιότερα χαλάσματα, σ’ αυτή την μίξη περιόδων και πολιτισμών, το μικρό, απέριττο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου.

Πριν την αναχώρηση μας για την επιστροφή απολαμβάνουμε, μέσα σε αυτό το ήρεμο περιβάλλον, χαλαροί και με τους αργούς ρυθμούς που επιβάλλει η μέρα, ένα νοστιμότατο γεύμα που περιλαμβάνει ολόφρεσκη τηγανιτή μαρίδα, ψητό μπακαλιάρο, σαλάτα με άγρια χόρτα, τυρί και φρέσκο ψωμί, που συνοδεύονται με κρύο άσπρο κρασί.

Καθισμένοι έξω στο ύπαιθρο, πλάϊ στην ακύμαντη θάλασσα που, μόνο λίγο πριν φύγουμε, γέμισε με κάποιες ρυτιδιασμένες πινελιές, που χάραξε πάνω της ένα φρέσκο, ανάλφρο αεράκι.

Φώτης Λαμπρινός