IMG_7759 -A - BW -croped

απλά μια βόλτα

Είναι Κυριακή, αργά το απόγευμα μιας καλοκαιριάτικης σχεδόν μέρας, στα μέσα του Απρίλη, που ξεκινώ μια μικρή περιδιάβαση πλάϊ στην θάλασσα, περπατώντας στον πεζόδρομο που εκτείνεται από την Περαία έως τους Νέους Επιβάτες, το γνωστό παλιότερα »Μπαξέ Τσιφλίκι».

Μέρα που, από μόνη της, σε προκαλεί να ξεφύγεις από την σκληρή πραγματικότητα μιας όλο και πιο ακατανόητης, καθημερινότητας.

Κι έτσι φτάνω, εκ των υστέρων, και στις καταγραφές αυτού του μικρού, απλοϊκού άρθρου: σαν μια καταφυγή (ή αποφυγή;). Μακριά για λίγο από όλες τις επιπλέον έγνοιες που είναι ικανό να μας φορτώνει καθημερινά το αλλοπρόσαλα μεταλλασόμενο, εύθραυστο και αβέβαιο αυτά τα χρόνια πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό περιβάλλον. Το ξεκούρδισμα μιας κοινωνίας στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Στο κάτω κάτω της γραφής έχουμε δικαίωμα και ανάγκη από το φώς, το χρώμα, τον ανοιξιάτικο αέρα, τα κελαϊδίσματα, τον ήχο της θάλασσας, …

Ξεκινώ με τον ήλιο, που έχει κιόλας αρχίσει την πορεία του προς την δύση, να στέλνει σήμερα ασημένιες και χρυσαφιές ανταύγες στο ακύμαντο σχεδόν νερό. Κι επάνω εκεί προβάλλονται, σαν θέατρο σκιών, κάποιες ανθρώπινες φιγούρες που παίζουν, συζητούν, τρέχουν ή και τσαλαβουτούν ακόμα, ανέμελα, στην άκρη της θάλασσας ή μέσα στο νερό.

Προχωρώ κι η ώρα περνάει. Τα χρώματα βαθαίνουν. Φιλτράρονται μέσα από τα αρμυρίκια και παίζουν πάνω στο ήσυχο σμίξιμο του νερού με την άμμο της ακροθαλασσιάς.

Μπροστά στο ζευγαράκι, απομονωμένο στην ακρογιαλιά, ο ήλιος φιλτράρεται μέσα από λιγοστά σύννεφα, όπως οδεύει πια προς την δύση του.

Αρχίζοντας την επιστροφή, οι τελευταίες ηλιαχτίδες φωτίζουν ακόμα την πόλη. Τα φώτα σιγά σιγά ανάβουν, ταβέρνες και καφέ ετοιμάζονται για την βραδυνή τους πελατεία, οι μικροπωλητές έχουν κιόλας αραδιάσει την πραγμάτεια τους. Κι ο κόσμος συνεχίζει να απολαμβάνει την βόλτα του.

Από απέναντι, τα πρώτα φώτα της Θεσσαλονίκης έχουν αρχίσει να καθρεφτίζονται μέσα στον Θερμαϊκό.

Φώτης Λαμπρινός

 

χειμωνιάζει…

Αναρωτιέμαι αν έχει την οποιαδήποτε αξία να παραθέτω δημόσια κάποιους προσωπικούς μου προβληματισμούς, υπαρξιακούς ή άλλους, που συνήθως δεν είναι απαλλαγμένοι και από κοινοτυπίες. Παρασύρομαι, είμαι σίγουρος, από το μέσο. Οι καταγραφές που κάποτε γέμιζαν σελίδες προσωπικών σημειώσεων, εύκολα διολισθαίνουν σήμερα και προς το διαδίκτυο.

Έτσι και τώρα, στην αλλαγή της εποχής και μέσα σε μια βαραίνουσα ατμόσφαιρα, μπαίνω στον πειρασμό να απαλλαγώ από κάποιες σκόρπιες σκέψεις. Ίσως μόνο για να ξορκίσω τους δαίμονες των ανησυχιών που μου δημιουργούν τα διάφορα, πολλαπλασιαζόμενα τριγύρω μου, ερεθίσματα.

Σε παγκόσμιο επίπεδο :

Ανακατατάξεις οικονομικής και στρατιωτικής φύσης. Επίδειξη ισχύος. Μυστικές διατροφικές συμφωνίες. Καθημερινά οικονομικά σκάνδαλα παγκόσμιας εμβέλειας. Διεθνείς μηχανισμοί διάβρωσης του αθλητισμού. Ιατρική έρευνα δέσμια οικονομικών συμφερόντων. Έλεγχος σκέψης και φρονημάτων. Έξαρση θρησκευτικών φανατισμών…

Στην γειτονιά μας :

Χώρες σε ακυβερνησία. Αδύναμες ή ανύπαρκτες κυβερνήσεις. Αστάθεια. Διχασμοί. Ένοπλες συγκρούσεις. Βομβαρδισμοί. Καταστροφές. Ξερίζωμα πληθυσμών. Ξεκοίλιασμα πολιτισμών…

Εμείς εδώ βουτηγμένοι μέσα σε μια ξυνόπικρη σούπα αλλοπρόσαλλου πολιτικού λόγου και καθημερινότητας :

Μεταστροφές. Αμφιταλαντεύσεις. Ισοδύναμα. Καθαρίστριες. Φοροδιαφυγή. Αντικειμενικές αξίες. Εισοδηματικά κριτήρια. Ελλείψεις διδακτικού προσωπικού. Ξυλοδαρμοί εκλεγμένων εκπροσώπων. Φοροκαταιγίδες. Άκαιρες ή εμπρηστικές δηλώσεις. Κατεπείγουσες διαδικασίες ψήφισης. Ποσοστώσεις ΦΠΑ. ΕΡΤ και ΜΜΕ. Συνεχές ψαλίδισμα αποδοχών. Ανεργία. Φτωχοποίηση. Φυγή εγκεφάλων. Χουλιγκανισμοί. Συλλαλητήρια. Καταγγελίες…

Την ίδια στιγμή που, παράλληλα και με φαινόμενα υποβάθμισης της αισθητικής στην δημόσια εμφάνιση, βομβαρδιζόμαστε από :

Κακοποίηση της Ελληνικής Γλώσσας. Διαστρέβλωση εννοιών. Λεξιπενία. Κατάχρηση ξύλινης γλώσσας. Γλωσσικούς διαξιφισμούς…

Βρισκόμαστε εφιαλτικά αντιμέτωποι με πρωτόγνωρες καταστάσεις :

Εξοργιστικό ξεπούλημα ελπίδας. Σαπιοκάραβα και σαμπρέλες. Θαλάσσιοι οδοί διαφυγής και θανάτου. Υγροί τάφοι. Ψυχούλες που χνωτίζουν με την τελευταία τους ανάσα την ακρογιαλιά. Ψυχές που εξαχνίζονται μέσα από κύματα. Κραυγές απόγνωσης. Ξερίζωμα. Καταστροφικό παρελθόν – άδηλο μέλλον. Απόγνωση. Βλέμματα ικεσίας. Άδεια έκφραση. Κούραση σωματική. Κούραση ψυχική. Δοκιμασία αντοχών….

Κι ακόμα οι σχέσεις του εσωτερικού κύκλου των εταίρων που, όλο και πιο έντονα, βρίσκονται μπροστά σε :

Δυστοκία αντιμετώπισης της πραγματικότητας. Ασυνεννοησία. Αδιαφορία. Ξενοφοβία. Φράχτες που ανεγείρονται και διαμελίζουν. Αυγά φιδιών που επωάζονται. Ορατή απειλή διάλυσης…

Η δημοσιοποίηση, από εδώ, αυτής της αποσπασματικής παράθεσης καταστάσεων και συναισθημάτων, δεν μοιάζει να είναι τίποτα άλλο από μια κραυγή εγκλωβισμένη σε ένα μπουκάλι ριγμένο στον ηλεκτρονικό ωκεανό. Με την ελπίδα μιας στιγμιαίας επικοινωνίας και συντροφικότητας, αν ίσως κάποιοι τυχαίοι ακροατές εντοπίσουν σ’ αυτή θραύσματα από δικούς τους στοχασμούς.

Κι αν με το μήνυμα αυτό, προς άγνωστους αποδέκτες, ικανοποιώ απλά κάποια προσωπική ανάγκη εξωτερίκευσης, ζητώ την επιείκια τους γιατί δεν έχω βρεί μέχρι σήμερα την δύναμη, ξεπερνώντας όποιες αναστολές μου, να προχωρήσω, όσο μπορώ, σε πιο ουσιαστικές ενέργειες. Κάτι περισότερο και πιο ουσιώδες από το αναμάσημα αυτών των, καθημερινής πια φύσης, προβληματισμών.

Φώτης Λαμπρινός

 

εξώφυλο

ανάσα άνοιξης στο τέλος του καλοκαιριού

Μέρες καλοκαιριού και καθημερινές, ανέμελες συναντήσεις με τους φίλους και τους εποχικούς γείτονες στην παραλία.

Πρόσωπα που έχουν γίνει πια γνωστά και οικεία. Που τα αναζητάς τριγύρω κι αναρωτιέσαι αν θα δοθεί η ευκαιρία να συναντηθείτε κι αυτή την χρονιά στην παραλία »μας» .

Και τόσα παιδιά.

Που, χρόνο τον χρόνο, από βρέφη γίνονται μωρά, βρίσκουν σιγά σιγά τον ευατό τους, παρατάνε τα χέρια των γονιών, τα σωσίβια και την άκρη της παραλίας και ξανοίγονται πιο βαθειά, με τις δικές τους δυνάμεις. Παιδιά που τα παρακολουθώ να παίζουν, να τσακώνονται, να ζηλεύει το ένα το άλλο, να προσπαθούν να αυτοπροβληθούν, να φωνάζουν και να διεκδικούν την προσοχή. Κι ύστερα να φιλιώνουν και πάλι, να αποσύρονται και αργότερα να ξαναβρίσκονται για το επόμενο παιχνίδι.

Τα χρόνια περνούν και παρ’ όλα αυτά εμείς θέλουμε να »μένουμε παιδιά». Δεν είναι εύκολο να κατανοήσουμε ή να αποδεχτούμε τις δικές μας αλλαγές. Γι αυτό και κάποιοι παραμένουμε φίλοι μαζί τους, ως ότου σιγά σιγά, ανακαλύπτοντας κι αυτά τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους απομακρυνθούν από μόνα τους και, με καταλύτη την εφηβία, προσανατολιστούν κι αυτά προς τις προσωπικές επιλογές, παρέες και προτιμήσεις τους.

Κι έτσι, ανέμελα κυλούν αυτές οι καλοκαιριάτικες μέρες.

Μέχρι που κάποτε πλησιάζει το τέλος των διακοπών κι αρχίζουν οι αναχωρήσεις για την επιστροφή στην ρουτίνα του χειμώνα ή ίσως ακόμα και για την επίσκεψη σε άλλα μέρη. Με ευχές κι υποσχέσεις για νέες συναντήσεις το επόμενο καλοκαίρι. Μαζί με κάποιο σφίξιμο για αυτό που τελειώνει, γι αυτό που αλλάζει, για τον αποχωρισμό.

Έτσι κι εφέτος.

Την βραδιά πριν από την μέρα της αναχώρησης, την ώρα που αποχαιρετώ κάποιες από τις οικογένειες, τα παιδιά τους, που σαν ηλικία είναι »εγγόνια» μου, με ξαφνιάζουν αναπάντεχα, με μια κίνηση φρεσκάδας, ζεστασιάς ψυχής και ζωής. Με παρακαλούν, πριν φύγω από κοντά τους, να μείνω για λίγο ακόμα »αλλά να μην κοιτάζω». Και αμέσως μετά, με αιφνιδιάζουν, καθώς με πρόσωπα γεμάτα χαμόγελο, με μάτια που γυαλίζουν από φρεσκάδα, αδημονία, ζωντάνια και ιδιαίτερη ζεστασιά περιμένουν να δουν την αντίδραση μου την στιγμή που μου δίνουν στα χέρια αυτά :

εσωτερικόποίημα

 

Σημειώματα αποχαιρετισμού που δεν περιμένω από παιδιά της ηλικίας τους. Παιδιά με τα οποία, κατά κύριο λόγο, συναντιώμαστε και μιλάμε στην παραλία. Και θαυμάζω τις αμόλυντες παιδικές ψυχές, που τα σπρώχνει να εξωτερικεύσουν το συναίσθημα της στιγμής με αυτό τον τρόπο.

Γι αυτό κι ευχαριστώ από εδώ με όλη μου την καρδιά αυτούς τους μικρούς μου φίλους, που κατάφεραν με τόσο απλά μέσα να φορτίσουν τον συγκινησιακό μου κόσμο : την Μέλανυ, τον Στέργιο, την Λούσυ και τον Μάριο.

Φώτης Λαμπρινός